Απόσπασμα άρθρου από την ιστοσελίδα του Ιρλανδού ψυχολόγου και ψυχοθεραπευτή, ειδικού συμβούλου σχέσεων, γάμου και οικογένειας Figs O'Sullivan
Πρωτότυπος τίτλος: The Neuroscience of Limerence: Why It Feels Like a Drug (Μάιος 2026)
Επιμέλεια και απόδοση στα Ελληνικά by Filikaki
Φωλιάζει κρυφά κάτω από συνήθεις και "βαρετές" συμβατικές σχέσεις, ξεφαντώνει σε διαφόρων λογιών τραγούδια, και κρύβεται πίσω από ρομαντικούς αυτόχειρες και μεγάλους ποιητές. Τα τελευταία χρόνια, αυτό το μεθυστικό αδηφάγο συναίσθημα που, από καταβολής κόσμου, χαρακτηρίζει πολλούς "μεγάλους" ανεκπλήρωτους έρωτες στην Τέχνη και την ζωή, απέκτησε όνομα. Λέγεται limerence και, σύμφωνα με την σύγχρονη Ψυχολογία, δεν είναι ακριβώς έρωτας, ούτε αληθινή αγάπη, αλλά κάτι πολύ πιο πρωτόγονο και μέχρι πρότινος ανεξερεύνητο.
Πράγματι, το καρδιοχτύπι, η αδυναμία συγκέντρωσης, και η απεγνωσμένη αναζήτηση ανταπόδοσης μοιάζει με έρωτα. Όταν όμως η αρχική έξαψη ξεπεράσει ένα εύλογο χρονικό διάστημα, και εφόσον δεν ολοκληρώσει τον κύκλο της, καταλήγει σε αδιέξοδο και γίνεται εμμονή. Τότε, μια νευροχημική πειρατεία που έχει κάνει κατάληψη στο προσωπικό σου "σύστημα σύνδεσης" (βλ. attachment style), επιχειρεί να κρατήσει την συναισθηματική σου ισορροπία θλιβερό όμηρο της αναμονής μιας ανταπόκρισης που φτάνει με το σταγονόμετρο ή δεν έρχεται ποτέ.
Αυτό που βιώνεις όταν βρίσκεσαι σε κατάσταση limerence είναι ένας κατακλυσμός, κατά τον οποίο το νευρικό σου σύστημα, πλήρως ενεργοποιημένο και πλημμυρισμένο από ντοπαμίνη και κορτιζόλη, εγκλωβίζεται στην αέναη επανάληψη ενός κύκλου συναισθηματικής αναζήτησης που δεν κλείνει και δεν ολοκληρώνεται ποτέ.
Ο όρος "limerence"* επινοήθηκε από την Αμερικανίδα ψυχολόγο Dorothy Tennov, κατά τα τέλη της δεκαετίας του '70, και περιγράφει την καταναγκαστική, εμμονική και ακούσια κατάσταση, στην οποία κυριαρχεί η σφοδρότατη επιθυμία αποδοχής από ένα πρόσωπο που (νομίζουμε πως) έχουμε ερωτευτεί.
Η διαφορά μεταξύ ενός ασφαλούς δεσμού και ενός αδιέξοδου limerence είναι ουσιαστική. Πρακτικά, ισοδυναμεί με την διαφορά ανάμεσα στην ευδαιμονία που πηγάζει από την ασφαλή σύνδεση με ένα άλλο πρόσωπο, και την ευφορία που προσφέρει ένα ναρκωτικό. Στην πράξη, ίσως αυτή η διάκριση να είναι το πιο σημαντικό πράγμα που μπορείς να μάθεις σχετικά με την ερωτική σου ζωή, λέει ο Figs O'Sullivan.
Επιτρέψτε μου, επισημαίνει ο συγγραφέας του άρθρου, να πω στα ίσια κάτι στο οποίο οι περισσότεροι θεραπευτές αποφεύγουν να αναφερθούν ξεκάθαρα: Από νευρολογική άποψη, το limerence είναι σχεδόν ταυτόσημο με τον εθισμό (addiction). Χρησιμοποιώ τον όρο "εθισμός" κυριολεκτικά, όχι μεταφορικά, γιατί και στις δύο αυτές καταστάσεις ενεργοποιούνται τα ίδια νευρικά κυκλώματα, οι ίδιες περιοχές του εγκεφάλου. Οι ίδιοι νευροδιαβιβαστές κατακλύζουν το νευρικό σύστημα και, όταν ο ανεφοδιασμός σταματήσει, εμφανίζονται στερητικά συμπτώματα.
Μόλις συναντήσεις το πρόσωπο εξ αιτίας του οποίου ανάβει αυτή τη σπίθα μέσα σου, ο εγκέφαλος σου οδηγείται σε μια έκρηξη ντοπαμίνης, του ίδιου δηλαδή νευροδιαβιβαστή που εμπλέκεται στον εθισμό που προκαλείται από τον τζόγο και την κοκαΐνη. Εκείνο που προάγει η ντοπαμίνη δεν είναι ακριβώς ευχαρίστηση. Είναι κίνητρο, λαχτάρα, επιθυμία και προσδοκία. Είναι εκείνο που σε οδηγεί ψυχαναγκαστικά να αναζητήσεις, να ψάξεις και να ελέγξεις όλα τα "σημάδια" και τα μηνύματα στο τηλέφωνο σου ξανά και ξανά.
Σε μια τέτοια κατάσταση, δεν μπορείς να βρεις γαλήνη, όσο κι' αν την αποζητάς, γιατί το limerence δεν συνοδεύεται μόνο από ευφορία, αλλά και από ματαίωση που οδηγεί σε στρες. Η κορτιζόλη είναι η ορμόνη του στρες. Η παραγωγή της συνοδεύεται από άγχος, και, στην παρουσία της, το σώμα βιώνει έναν κάποιου βαθμού συναγερμό. Περιμένοντας την επόμενη αλληλεπίδραση με το άλλο πρόσωπο, βρίσκεσαι σε υπερεγρήγορση, ακριβώς διότι το νευρικό σου σύστημα έχει αποφασίσει ότι η ανταπόκριση του προσώπου εκείνου είναι για σένα ζήτημα ζωής ή θανάτου.
Εκτός όμως από την κορτιζόνη, η νορεπινεφρίνη, που επίσης λόγω στρες κατακλύζει το σώμα σου, οξύνει την εστίαση στο ζητούμενο, και αμβλύνει την ευρύτερη προσοχή. Έτσι, ο εγκέφαλος κυριολεκτικά παραβλέπει κάθε αρνητική πληροφορία. Δεν μπορείς να δεις τα ελαττώματα του άλλου, γιατί η νευροβιοχημεία δεν σου το επιτρέπει. Έρευνες από το University College London ανακάλυψαν ότι, σε μια τέτοια φάση, τα νευρωνικά κυκλώματα που σχετίζονται με την κρίση και την αξιολόγηση δεν λειτουργούν, και έτσι, από νευρολογική άποψη, χάνεις κάθε ικανότητα να δεις αυτό το πρόσωπο καθαρά.
Εντωμεταξύ, η σεροτονίνη μειώνεται. Η ιδεοψυχαναγκαστική συμπεριφορά (Obsessive Compulsive Behavior - OCD) σχετίζεται με την χαμηλή στάθμη σεροτονίνης, και γι' αυτόν τον λόγο το limerence προάγει τις ίδιες ακούσιες (και δυσάρεστες) σκέψεις που χαρακτηρίζουν το OCD. Δεν μπορείς να σταματήσεις αυτές τις σκέψεις. Χωρίς εξειδικευμένη ψυχοθεραπευτική διαχείριση, δεν έχεις επιλογή. Για σένα αποφασίζουν τα επίπεδα της σεροτονίνης σου. Και κάτω από όλο αυτό, το δικό σου σύστημα σύνδεσης** βρίσκεται σε πλήρη κινητοποίηση.
Πατέρας της θεωρίας του συστήματος σύνδεσης (προσκόλλησης ή δεσμού) είναι ο Βρετανός ψυχίατρος και ψυχαναλυτής John Bowlby. Σύμφωνα με αυτήν την θεωρία, τα ανθρώπινα όντα είναι προγραμματισμένα από τη φύση τους να προσκολλώνται στο αρχικό πρόσωπο από το οποίο βρέθηκαν να εξαρτώνται όταν ήρθαν στη ζωή. Η προσκόλληση αυτή είναι ένα βιολογικό χαρακτηριστικό που πηγάζει από την ανάγκη της επιβίωσης. Όταν η σύνδεση απειλείται, το μεταιχμιακό νευρικό σύστημα εξεγείρεται, καθώς, μέσα στις βαθύτερες και αρχαιότερες εγκεφαλικές δομές, η απουσία σύνδεσης ενός βρέφους με την μητέρα ή τον φροντιστή του ισοδυναμεί με κίνδυνο θανάτου.
Σύμφωνα με τον Bowlby, όλοι οι άνθρωποι διαθέτουν ένα νευρικό κύκλωμα που τους συνδέει με τον πρώτο άνθρωπο ο οποίος τους υποδέχεται και τους φροντίζει (συνήθως μητέρα), από την στιγμή της γέννησης τους. Έτσι, η πιο ζωτική και πρωταρχική ανάγκη του κάθε νεογέννητου βρέφους είναι η φυσική και συναισθηματική παρουσία ενός διαθέσιμου "άλλου" από τον οποίο εξαρτάται απόλυτα. Αν αυτή η πρωταρχική σύνδεση δεν εκπληρωθεί, το βρέφος βιώνει μια υπαρξιακή απειλή, μπροστά στην οποία το μεταιχμιακό νευρικό σύστημα εξανίσταται.
Πρόκειται για μια "βιολογική καλωδίωση" (biological wiring), η οποία προϊούσης της ηλικίας δεν χάνεται, αλλά παραμένει σε ετοιμότητα και μετά την ενηλικίωση. Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο, κάθε άνθρωπος εμπεριέχει εκ φύσεως μια εγγενή τάση σύνδεσης (και εξάρτησης) από το πρόσωπο - αντικείμενο της εμμονής του (Limerent Object, LO), από το οποίο ζητά συναισθηματική ασφάλεια. Κάθε φορά που η σύνδεση ματαιώνεται ή απειλείται, το νευρικό σύστημα βιώνει τον πανικό με την ίδια σφοδρότητα κατά την οποία ένα βρέφος "διαλύεται" μπροστά στην απουσία της μη διαθέσιμης μητέρας. Κι εσύ που βιώνεις έναν ανεκπλήρωτο έρωτα νομίζοντας πως χωρίς την ανταπόκριση του άλλου προσώπου θα έρθει το τέλος του κόσμου, δεν έχεις κάνει κάτι λάθος, και δεν είσαι ούτε αδύναμος ούτε συναισθηματικά ηττημένος, αφού έτσι έχει προγραμματιστεί να αντιδράσει το νευρικό σου σύστημα βιολογικά.
Όταν λοιπόν, λέει ο Figs O'Sullivan, κάποιος (ή κάποια) με ρωτά γιατί δεν μπορεί να σταματήσει να σκέφτεται το πρόσωπο που έχει γίνει αντικείμενο του εμμονικού του έρωτα, και γιατί μια τέτοια κατάσταση βγαίνει τόσο πολύ εκτός ελέγχου, δίνω την εξής απάντηση: Ο έλεγχος έχει χαθεί διότι ολόκληρο το νευρικό σου σύστημα έχει ταξινομήσει αυτό το πρόσωπο ως απαραίτητο για την επιβίωση σου, ενώ οι εγκεφαλικές δομές που είναι υπεύθυνες να ασκήσουν κρίση και λογική έχουν τεθεί εκτός λειτουργίας. Ο προμετωπιαίος φλοιός, εκείνο δηλαδή το τμήμα του εγκεφάλου που ρυθμίζει την λογική και τον σχεδιασμό, ουσιαστικά έχει πάψει να λειτουργεί. Όταν σε κατακυριεύσει το limerence, τότε κυριολεκτικά δεν μπορείς να σκεφτείς με καθαρότητα, να ακούσεις με γενναιότητα, ή να διαπραγματευτείς με λογική. Δεν πρόκειται για κάποια αδυναμία του χαρακτήρα σου. Πρόκειται για την αναμενόμενη ανταπόκριση του νευρικού συστήματος ενός θηλαστικού, το οποίο νομίζει πως βρίσκεται ενώπιον ενός ζητήματος ζωής ή θανάτου.
Image: ντοπαμίνη (από ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ)
Screenshot from What Attachment Styles Actually Are
* https://filikaki-blog.blogspot.com/2026/05/limerence.html
** Το κάθε παιδί, ανάλογα με την επάρκεια, την συνέπεια και την σταθερότητα της πρώτης μητρικής φροντίδας, διαμορφώνει έναν ιδιαίτερο τύπο (τρόπο) σύνδεσης με τον οποίο θα πορευτεί στις μελλοντικές του σχέσεις (ερωτικές και όχι μόνον). Ο τύπος αυτός μπορεί να είναι ασφαλής και μη ασφαλής. Ο μη ασφαλής τρόπος σύνδεσης προδιαθέτει σε δυσκολίες σχέσεων (αυξάνοντας έτσι και την πιθανότητα να βιώσει κάποιος limerence) και διακρίνεται σε αγχώδη, αποφευκτικό και αποδιοργανωμένο [Βλ. και theoria-desmou-test]





.png)