Οι Πέντε Ελευθερίες των Ζώων (Five Freedoms) οι οποίες, στην Ελλάδα σήμερα, εμφανίζονται από πολλούς ως "πρωτοπορία" [βλ. και Ν.4830/2021], δεν είναι κάτι καινούργιο. Η ιστορία τους ανάγεται στο Ηνωμένο Βασίλειο, το μακρινό 1964, με αφορμή ένα σύγγραμμα που εκθέτει την υποβάθμιση των ζωντανών πλασμάτων σε παραγωγικές μηχανές. Πρόκειται για το βιβλίο της Αγγλίδας ακτιβίστριας Ruth Harrison, που έχει τίτλο "Animal Machines", εισάγει τον όρο Factory Farming, και παρουσιάζει τις πρακτικές της εντατικοποιημένης κτηνοτροφίας, προκαλώντας δημόσια κατακραυγή. [Διαβάστε περισσότερα εδώ].
Αυτή η δημόσια κατακραυγή ώθησε την βρετανική κυβέρνηση στη σύσταση μιας επιτροπής που ανέλαβε να διερευνήσει το ζήτημα και, σε μια πρώτη προσέγγιση που αποτέλεσε τον πρόδρομο των Πέντε Ελευθεριών και έγινε γνωστή ως έκθεση Brambell (1965), η επιτροπή αναφέρει ότι σε κάθε ζώο θα πρέπει να παρέχεται η δυνατότητα "να σηκώνεται όρθιο, να ξαπλώνει, να κάνει στροφή επί τόπου, να περιποιείται το τρίχωμά του και να τεντώνει τα πόδια του"! Τόσο καλά και τόσο ΤΡΑΓΙΚΑ! Από τότε, αναλώθηκε κάμποσο μελάνι για την καλή μεταχείριση των ζώων (animal welfare), όμως, ακόμη και σήμερα, στον "πολιτισμένο" Δυτικό κόσμο, εκατομμύρια θηλυκά γουρούνια αναπαραγωγής που περνούν τη ζωή τους μέσα στα κλουβιά λοχείας και τοκετού (gestation crates και farrowing crates), ΔΕΝ έχουν τέτοια δυνατότητα.
Με δύο λόγια, στην τελική τους μορφή, οι Πέντε Ελευθερίες περιγράφουν την απαλλαγή των ζώων από τον πέρα από κάθε φαντασία βασανισμό που τους επιφυλάσσει η ανθρώπινη μεταχείριση, και περιλαμβάνουν τρεις συνθήκες (προϋποθέσεις) που αναφέρονται στην σωματική τους διάσταση και δύο που αναφέρονται στην ψυχοδιανοητική. Οι συνθήκες αυτές είναι: 1) απαλλαγή από την πείνα και την δίψα, 2) απαλλαγή από την κακουχία, 3) προσπάθεια απαλλαγής από κάθε πόνο, τραυματισμό και ασθένεια, 4) απαλλαγή από την στέρηση της δυνατότητας έκφρασης φυσιολογικής συμπεριφοράς, και 5) απαλλαγή από τον φόβο και την αγωνία.
Συνοπτικά, η απαλλαγή ενός ζώου από τον βασανισμό προϋποθέτει επάρκεια τροφής και νερού, διαβίωση και ξεκούραση σε προστατευμένο και κατάλληλο περιβάλλον, απουσία σωματικής κακοποίησης, προσφορά της αναγκαίας προληπτικής και θεραπευτικής φροντίδας, δυνατότητα έκφρασης της φυσιολογικής για το είδος του συμπεριφοράς, και απουσία συναισθηματικής κακοποίησης (με φόβο, απειλή, ματαίωση και απελπισία).
Το 2009, ο πίνακας των πέντε ελευθεριών εκσυγχρονίστηκε από την Βρετανική Επιτροπή Ευζωίας των Παραγωγικών Ζώων (Farm Animal Welfare Committee), προκειμένου αυτές να αποτελέσουν ένα αντικειμενικό εργαλείο αξιολόγησης της ευζωίας. Έτσι προέκυψε η δυνατότητα αξιολόγηση της ποιότητας της ζωής ενός ή περισσοτέρων ζώων, που διακρίνεται σε υψηλή, καλή, μέτρια, πτωχή και ανυπόφορη, δηλαδή ζωή που ένα ζώο αξίζει ή δεν αξίζει να ζει, όπως θα έκρινε το ίδιο το ζώο αν μπορούσε να αποφασίσει για τον εαυτό του ("a life worth or not worth living from THEIR point of view").
Στην πράξη, αν και η κακοποίηση των ζώων συντροφιάς διαδραματίζεται μπροστά στα μάτια μας και προβάλλεται με όλο και περισσότερη έμφαση από τα ΜΜΕ, ο βασανισμός των παραγωγικών ζώων μένει πίσω από τις κλειστές πόρτες των εκτροφείων, των οχημάτων μεταφοράς και των σφαγείων. Έτσι, η αντίδραση του κοινού, στην πρώτη περίπτωση επικροτείται ως "δείκτης πολιτισμού", ενώ στη δεύτερη λιθοβολείται και ακυρώνεται ως "ακρότητα", πάντοτε υπερβολική και συχνά απαγορευμένη (βλ. Ag-gag laws). Δεδομένης μάλιστα της αύξησης ενός ανθρώπινου πληθυσμού που επιμένει να ταυτίζει την ευημερία του με την κατανάλωση ζωϊκής πρωτεΐνης, η βιομηχανοποιημένη κτηνοτροφία νομιμοποιείται, κανονικοποιείται και εντατικοποιείται συνεχώς, ενώ τα ζώα υποφέρουν όλο και περισσότερο.
Κάπως έτσι λοιπόν, βλέπουμε πως, αν και το ζήτημα της ευζωίας τέθηκε αρχικά για τα "παραγωγικά" (πριν από 60 και πλέον χρόνια), σήμερα γίνεται λόγος κυρίως για τα ζώα συντροφιάς. Για τα ζώα της εντατικοποιημένης κτηνοτροφίας (που εξακολουθούν να αντιμετωπίζονται ως μηχανές), τα πράγματα θα μπορούσαν - ΙΣΩΣ - να γίνουν ΛΙΓΟ καλύτερα, μόνο ΑΝ αποφασίζαμε να αλλάξουμε τις καταναλωτικές μας συνήθειες (αν όχι ποιοτικά, τουλάχιστον ποσοτικά).
Με άλλα λόγια, σε έναν κόσμο οκτώ δισεκατομμυρίων ανθρώπων, δεν μπορούμε να μιλάμε για φιλοζωία και "ευζωία", αν συνεχίσουμε να στηρίζουμε ένα μη συμπονετικό, τόσο κακοποιητικό (για ανθρώπους, ζώα και περιβάλλον) και μη βιώσιμο διατροφικό σύστημα.
Οι ΠΕΝΤΕ Ελευθερίες των ζώων, οι οποίες εστιάζουν μόνο σε αρνητικές καταστάσεις, και τις οποίες, ακόμη και σήμερα, πολλοί επικαλούνται ενώ παραγνωρίζουν, μπερδεύουν με τα "δικαιώματα", παπαγαλίζουν ή και αγνοούν [προχτές, διάβασα κάπου, σε μια προχειρογραμμένη διατύπωση - διακήρυξη πολιτικού φορέα, ότι είναι τέσσερεις...], όχι μόνο δεν συνιστούν πρωτοπορία αλλά αποτελούν ένα μοντέλο αξιολόγησης που πλέον θεωρείται (και είναι) αναχρονιστικό.
Σήμερα, πέρα από κάθε συλλογική σκοπιμότητα, κάθε διατροφική προτίμηση, και κάθε ατομική συναισθηματική υπερβολή, το ζήτημα της "Ευζωίας" των ζώων (ΟΛΩΝ των ζώων, και όχι μόνο εκείνων που επιλέγουμε για prestige, παιχνίδι, ψυχοφάρμακο ή συντροφιά) είναι ένα ζωτικό και νευραλγικό πεδίο αλληλεπίδρασης και αλληλοεπικάλυψης της Επίγνωσης με την Τρυφερότητα και της Ηθικής με την Επιστήμη, στα πλαίσια μιας κρίσιμης και συλλογικής αναγκαιότητας για ανάληψη Ευθύνης. Και δεν νοείται πολιτικός σχηματισμός (δεξιός, κεντρώας ή "αριστερός") που προβάλλει φιλοζωική ατζέντα με μεγαλόσχημες διακηρύξεις για την "Ευζωία" ή/και τα "Δικαιώματα" των ζώων, χωρίς αναφορά στις διατροφικές επιλογές των πολιτών και τα συμφέροντα που τις κατευθύνουν.
Στην πρώτη φωτογραφία, η Ruth Harrison σε εκτροφείο γούνας στην Δανία, το 1997 (at researchgate και at Pioneers of Change for Animals)
Στην τελευταία, ο David Mellor, το 1971





.png)









.png)