Από την κλειδαρότρυπα κρυφοκοιτάω τη ζωή την κατασκοπεύω μήπως καταλάβω πώς κερδίζει πάντα αυτή ενώ χάνουμε εμείς. Πώς οι αξίες γεννιούνται κι επιβάλλονται πάνω σ’ αυτό που πρώτο λιώνει: το σώμα.
Πεθαίνω μες στο νου μου χωρίς ίχνος αρρώστιας ζω χωρίς να χρειάζομαι ενθάρρυνση καμιά ανασαίνω κι ας είμαι σε κοντινή μακρινή απόσταση απ’ ό,τι ζεστό αγγίζεται, φλογίζει.
Αναρωτιέμαι τι άλλους συνδυασμούς θα εφεύρει η ζωή ανάμεσα στο τραύμα της οριστικής εξαφάνισης και το θαύμα της καθημερινής αθανασίας.
Χρωστάω τη σοφία μου στο φόβο∙ πέταλα, αναστεναγμούς, αποχρώσεις τα πετάω. Χώμα, αέρα, ρίζες κρατάω∙ να φεύγουν τα περιττά λέω να μπω στον ουρανό τού τίποτα με ελάχιστα.
On Monday 9/03/26, Arundhati Roy (best known for her novel The God of Small Things) was in conversation in New Delhi about her recent book "Mother Mary Comes To Me". At the end of the event, Arundhati delivered impassioned remarks on the war in Iran, US imperialism, and India's own role in all of this. Here is what she said:
"I know we are here today to talk about 'Mother Mary Comes To Me'. But how can we end the day without talking about those beautiful cities – Tehran, Isfahan, and Beirut that are up in flames? In keeping with my Mother Mary’s spirit of candour and impoliteness, I would like to use this platform to say something about the unprovoked and illegal attack by the United States and Israel on Iran. It is, of course, a continuation of the US-Israeli genocide in Gaza. It’s the same old genocidaires using the same old playbook. Murdering women and children. Bombing hospitals. Carpet bombing cities. And then playing the victim.
But Iran is not Gaza. The theater of this new war could expand to consume the whole world. We are on the brink of nuclear calamity and economic collapse. The same country that bombed Hiroshima and Nagasaki could be readying itself to bomb one of the most ancient civilizations in the world. There will be other occasions to speak of this in detail, so here, let me simply say that I stand with Iran. Unequivocally. Any regimes that need changing, including the US, Israel, and ours, need to be changed by the people, not by some bloated, lying, cheating, greedy, resource-grabbing, bomb-dropping imperial power and its allies who are trying to bully the whole world into submission.
Iran is standing up to them, while India cowers. I am ashamed of how gutless, how spineless our government has been. Long ago, we were a poor country of very poor people. But we had pride. We had dignity. Today, we are a rich country with very poor, unemployed people who are fed on a diet of hatred, poison, and falsehoods instead of real food. We have lost pride. We have lost dignity. We have lost courage. Except in our movies.
What sort of people are we whose elected government cannot stand up and condemn the US when it kidnaps and assassinates heads of state of other countries? Would we like that done to us? For our prime minister to have traveled to Israel and embraced Benjamin Netanyahu just days before he attacked Iran – what does it mean? For our government to sign a groveling trade deal with the US that literally sells our farmers and textile industry down the river, only days before the US Supreme Court declared Trump’s tariffs illegal – what does it mean? For us to now be given ‘permission’ to buy oil from Russia – what does it mean? What else do we need permission for? To go to the bathroom? To take a day off work? To visit our mothers?
Every day, US politicians, including Donald Trump, mock and demean us publicly. And our prime minister laughs his famous, vacuous laugh. And hugs on. At the height of the genocide in Gaza, the government of India sent thousands of poor Indian workers to Israel to replace expelled Palestinian workers. Today, while Israelis take shelter in bunkers, it is being reported that those Indian workers are not allowed into those shelters. What the hell does all this mean? Who has put us into this absolutely humiliating, shameless, disgusting place in the world?
Some of you will remember how we used to joke about that florid, overblown Chinese communist term, “Running Dog of Imperialism.” But right now, I’d say, it describes us well. Except, of course, in our twisted, toxic movies in which our celluloid heroes strut on, winning phantom war after war, dumb and over-muscled. Fueling our insatiable bloodlust with their gratuitous violence and their shit for brains".
Μας λένε ότι η θέση μας σε αυτή την εν εξελίξει επικίνδυνη σύγκρουση είναι - για λόγους αρχής- με την Δύση και όχι με τους "υπανάπτυκτους" "βάρβαρους" εχθρούς της. Το τελευταίο δεν λέγεται δημόσια πάντα έτσι ωμά, αλλά αυτό υπονοείται.
Κι' όμως, η Δύση από μόνη της δεν είναι αυταξία. Και είναι μεν αληθές ότι εκεί άνθισε ο Διαφωτισμός, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι έχει και ιδιοκτησιακές σχέσεις μαζί του. Δεν πρέπει δε ποτέ να ξεχνάμε ότι σε δυτικά εδάφη γεννήθηκαν και άνθισαν επίσης η Ιερά Εξέταση, ο φασισμός, ο ναζισμός, ο ρατσισμός, η αποικιοκρατία και ο πιο αδηφάγος ιμπεριαλισμός.
Η Δύση εξόντωσε εκατομμύρια ιθαγενείς στην αμερικανική ήπειρο, μετά την κατάκτηση της από τον Χριστόφορο Κολόμβο. Η Δύση (για την ακρίβεια ο Λεοπόλδος του 'πολιτισμένου" Βελγίου) έκανε μια πραγματική γενοκτονία στο πρώην Βελγικό Κονγκό. Και ήταν η Δύση (Αγγλία) αυτή που προκάλεσε σφαγές και βασανιστήρια στο Αμριτσάρ στην Ινδία το 1919, στην Αλγερία κατά την περίοδο 1954-1959 (Γαλλία), στην Κύπρο το 1955-1959, στην Αιθιοπία το 1936-1937 (η μουσολινική Ιταλία), στο Ιράκ το 2003, στο Βιετνάμ το 1965-1975, στην Κίνα (κατά την διάρκεια των πολέμων του οπίου) και πάει λέγοντας. Δεν είναι λοιπόν η αμόλυντη παρθένα που έχει πάντα δίκιο, μόνο και μόνο επειδή είναι η ένδοξη Δύση, την οποία πρέπει άκριτα να θαυμάζουμε και να ακολουθούμε με ένα σύμπλεγμα κατωτερότητας και επαρχιωτισμού σε ό,τι κάνει.
Για να το πω αλλιώς: αν η Δύση παύει να είναι "Δύση" και γίνεται μια βάρβαρη πολεμική μηχανή εξόντωσης των "άλλων", την οποία έχει εξαπολύσει ένας παράφρων και ουπόδικος στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο σύμμαχος του. Είναι λοιπόν πιο "δυτικό" να στέκεται κάποιος κριτικά απέναντι της και να διαχωρίζει την θέση του από αυτήν. Όταν η Δύση έχει προδώσει με τόσο εξόφθαλμο τρόπο τις αξίες και αρχές της (μια βασική από τις οποίες είναι το Διεθνές Δίκαιο) για τις οποίες τόσο πολύ υπερηφανεύεται, και αυτό είναι κάτι που έχει κάνει άπειρες φορές, οφείλουμε να υπερασπιζόμαστε τις Δυτικές αξίες και αρχές και όχι την γεωπολιτική Δύση. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ταύτιση με αυτούς με τους οποίους συγκρούεται. Δεν είναι όλα άσπρο μαύρο, και πρέπει να αποκτήσουμε τη ικανότητα να βλέπουμε την πολυπλοκότητα των καταστάσεων και όχι αυτό που μας βολεύει συναισθηματικά.
Άλλωστε, ο ίδιος ο Τραμπ διαψεύδει τις "ευγενείς ψυχές" που πιστεύουν ότι ο αγώνας είναι μεταξύ δημοκρατικής Δύσης και βάρβαρης Ανατολής. Ο Τραμπ ενδιαφέρεται μόνο για τα πετρέλαιατης Βενεζουέλας και του Περσικού Κόλπου και είναι έτοιμος να συνεργαστεί με τα υπολείμματα των καθεστώτων των χωρών των περιοχών αυτών, αν του δώσουν όσα αδηφάγα ζητάει. Ο Τραμπ εξ άλλου, δεν έχει κανένα πρόβλημα να διατηρεί τις καλύτερες σχέσεις με ένα καθεστώς ακόμη πιο δεσποτικό και μισογυνικό από αυτό του Ιράν. Αναφέρομαι στην Σαουδική Αραβία και τα διάφορα σεϊχάτα και εμιράτα του Περσικού Κόλπου, με τα οποία διαπλέκονται τα συμφέροντα του.
Όσοι λοιπόν παρ ημίν υπερασπίζονται τις συγκεκριμένες επιλογές της Αμερικής και του Ισραήλ, ας παραδεχτούν τουλάχιστον ανοικτάότι πράττουν για συμφεροντολογικούς λόγους, και ας αφήσουν στην άκρη τις ηθικές διδαχές και το κούνημα του δακτύλου στον Σάντσεθ και σε όλους εμάς τους υπόλοιπους. Θα είναι και αυτό τουλάχιστον ένα κέρδος για να ξέρουμε τι λέμε και ποιοι είμαστε. Καθαρές κουβέντες και νισάφι με την υποκρισία και το βόλεμα.
Κωστής Παπαϊωάννου: Μιλάμε για την ειρήνη κι' ας μας λένε προδότες.
Έρχεται ένας μετριοπαθής σοσιαλδημοκράτης να μας δείξει τον γκρεμό που ανοίγεται μπροστά μας και βγαίνουν τα παπαγαλάκια του τραμπισμού να τον λερώσουν. Ξερνάνε χολή και λάσπη. Τι λέει ο Σάντσες; Τα αυτονόητα, επαναλαμβάνει το μεταπολεμικό μας συμβόλαιο. Μιλάει σαν γενικός γραμματέας του ΟΗΕ: «Δεν μπορούμε να απαντήσουμε σε μια παρανομία με μια άλλη, γιατί έτσι αρχίζουν οι μεγάλες καταστροφές της ανθρωπότητας».
Τον παρουσιάζουν σαν να προτρέπει σε παγκόσμια επανάσταση. Έγινε ο Σάντσεθ ακραίος ριζοσπάστης; Έγινε ο λόγος υπέρ της ειρήνης λόγος επαναστατικός; Έγινε το «No a la Guerra» το σύνθημα για την κατάληψη των θερινών ανακτόρων; Μην τρελαθούμε. Έχουν πάει τόσο (πέρα για πέρα) δεξιά που παρουσιάζουν τον Σάντσες σαν νέο Λένιν. Οι άλλοι πήγαν στο άκρο, στο άκρο του πολέμου και της καταστροφής. Δείτε τους καθαρά:
κάτι τραμπικοί πολεμοκάπηλοι:
κάτι ορίτζιναλ αναρχοκαπιταλιστές που θα πουλήσουν και τη μάνα τους (αφού της ρίξουν βόμβες) για να πλουτίσουν
κάτι τύποι του κοινού ποινικού που αν τελειώσει ο πόλεμος θα δικάζονται για χρόνια, ο ένας γιατί είναι εξώφυλλο και πόστερ στα αρχεία παιδοφιλίας του Επστάιν, και ο άλλος γιατί τον κυνηγάνε για εκατοντάδες εγκλήματα στο Ισραήλ και διεθνώς.
Με αυτούς μας λένε να πάμε. Ποιοι το λένε; Κάτι ανθυποτσόντες, κάτι συμπληρωματικοί χρήσιμοι ηλίθιοι, κάτι κωμικοί ενσωματωμένοι παπαγάλοι σαν τους δικούς μας. Αυτοί οι τελευταίοι λένε και τα μεγαλύτερα ψέματα. Λένε ότι τάχα υπερασπίζονται το ενιαίο δόγμα Ελλάδας Κύπρου και όχι τις βάσεις από όπου χτυπάνε το Ιράν. Λένε ότι είναι υπεράσπιση της εθνικής μας ασφάλειας να μας μισεί η μισή Μέση Ανατολή. Βάζουν και κάτι σάλτσες, κάτι αρχαιόπληκτα μεγαλοπρεπή για τον Κίμωνα και τους Πέρσες στην Κύπρο, κάτι σαχλαμάρες άξιες «Ελληνικής Αγωγής του Αδώνιδος». (Σημείωση για να μην μπερδευτείτε: είναι περίπου οι ίδιοι που λένε ότι τις υποκλοπές τις έκαναν ιδιώτες).
Όποιος αμφισβητεί την αυτοκαταστροφική αυτή πορεία δέχεται επιθέσεις από δεξιά κι ακροδεξιά κι ακροκεντρώα. Όποιον μιλήσει για ειρήνη τον λένε φίλο των μουλάδων και του Χαμενεϊ και αυλικό τυράννων.
Μην τρελαθούμε. Μας σέρνουν στο ναρκοπέδιο και λένε ότι αυτό υπηρετεί τα εθνικά μας συμφέροντα. Εμείς να μιλάμε για την ειρήνη κι' ας μας λένε προδότες. Να μην τρελαθούμε. Σήμερα να μιλάμε για την ειρήνη είναι το πιο πατριωτικό απ’ όλα. Αυτό να θυμόμαστε. Αυτό να λέμε.
Ο όρος "πολιτισμικός ναρκισσισμός" χρησιμοποιείται στην πολιτική ψυχολογία για να περιγράψει την τάση μιας κοινωνίας ή ενός πολιτισμού να αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως φορέα ανώτερων αξιών, ως πρότυπο προόδου ή ακόμη και ως ηθικό σημείο αναφοράς για ολόκληρο τον κόσμο. Όπως στον ατομικό ναρκισσισμό, έτσι και στο συλλογικό επίπεδο η αυτοεικόνα αυτή λειτουργεί ως μηχανισμός ταυτότητας, δηλαδή, προσφέρει στα μέλη μιας κοινωνίας την αίσθηση ότι ανήκουν σε κάτι ιδιαίτερο, ανώτερο και ιστορικά δικαιωμένο.
Στην περίπτωση της Δύσης, αυτή η πολιτισμική αυτοεικόνα διαμορφώθηκε μέσα από μια μακρά ιστορική περίοδο οικονομικής, στρατιωτικής και τεχνολογικής υπεροχής. Από την αποικιοκρατική εποχή έως την περίοδο της μεταπολεμικής ηγεμονίας, η δυτική ισχύς συνδέθηκε με ένα ευρύτερο αφήγημα πολιτισμικής ανωτερότητας: η δημοκρατία, ο ορθολογισμός, η επιστήμη και η τεχνολογικήπρόοδος παρουσιάστηκαν όχι μόνο ως ιστορικά επιτεύγματα αλλά και ως καθολικόπρότυπο προς το οποίο όφειλαν να κινηθούν όλες οι κοινωνίες.
Η ταύτιση όμως της πολιτισμικής ταυτότητας με την παγκόσμιακυριαρχία δημιουργεί μια εύθραυστη ψυχολογική ισορροπία. Όταν η γεωπολιτική πραγματικότητα μεταβάλλεται -όταν δηλαδή εμφανίζονται νέες ισχυρές δυνάμεις και ο κόσμος γίνεται περισσότερο πολυκεντρικός- η αλλαγή αυτή δεν βιώνεται μόνο ως μετατόπισηισχύος. Μπορεί να βιωθεί ως ναρκισσιστικό πλήγμα (narcissistic injury) για την ίδια την ταυτότητα του πολιτισμού.
Σε αυτή τη συνθήκη, ο πολιτισμικός ναρκισσισμός μπορεί να οδηγήσει σε μια σειρά από ψυχοπολιτικές αντιδράσεις:
Ηθικοποίηση της γεωπολιτικής σύγκρουσης: Οι αντιπαραθέσεις παρουσιάζονται ως αγώνας ανάμεσα στον «πολιτισμό» και την «βαρβαρότητα», μετατρέποντας την πολιτική σε ηθική αφήγηση.
Δυσκολία αποδοχής της πολυπολικότητας: Η άνοδος άλλων κέντρων ισχύος ερμηνεύεται όχι ως φυσική ιστορική εξέλιξη αλλά ως απειλή απέναντι σε μια «φυσική» παγκόσμια τάξη.
Αναζήτηση εξωτερικών εχθρών: Η ύπαρξη ενός αντιπάλου λειτουργεί ως μηχανισμός εσωτερικής συσπείρωσης και επιβεβαίωσης της ταυτότητας.
Ναρκισσιστική οργή (narcissistic rage): Όταν η αυτοεικόνα ενός ατόμου ή μιας ομάδας τραυματίζεται, μπορεί να εμφανιστεί δυσανάλογη επιθετικότητα ή ακόμη και μια τάση αυτοκαταστροφής που εμφανίζεται όταν η ένταση ή η σύγκρουση γίνεται αβάσταχτη.
Από την οπτική της πολιτικής ψυχολογίας, ο πολιτισμικός ναρκισσισμός δεν είναι απλώς ιδεολογικό φαινόμενο. Είναι ένας τρόπος με τον οποίο οι κοινωνίες προστατεύουν την αυτοεικόνα τους. Όταν όμως αυτή η αυτοεικόνα συνδέεται στενά με την παγκόσμια κυριαρχία, πολύ περισσότερο καθώς η ισχύς είναι στον ιδρυτικό πυρήνα του συγκεκριμένου πολιτισμού, τότε κάθε μεταβολή ισχύος μπορεί να βιωθεί ως απειλή για την ίδια την ύπαρξη του πολιτισμού. Γι’ αυτό και οι ιστορικές περίοδοι μετάβασης συχνά συνοδεύονται από έντονες συγκρουσιακές αφηγήσεις. Αυτό ζούμε και αυτό θα ζήσουμε όλο και εντονότερα.
Η πρόκληση για έναν πολιτισμό, όπως ο Δυτικός που έχει συνηθίσει να βρίσκεται στην κορυφή, δεν είναι μόνο να προσαρμοστεί σε έναν νέο κόσμο, αλλά να το κάνει χωρίς να μετατρέψει την απώλεια της υπεροχής σε υπαρξιακήκρίση. Σε τελική ανάλυση, το ζήτημα δεν είναι αν η Δύση θα παραμείνει ισχυρή ή όχι. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν μπορεί να διαχειριστεί την ιστορική μετάβαση χωρίς να παγιδευτεί στην ψυχολογία ενός τραυματισμένου ναρκισσισμού - δηλαδή χωρίς να αντιδράσει με φόβο, άρνηση ή σύγκρουση, καταστρέφοντας τελικά έναν κόσμου που αρνείται να δεχτεί ότι αλλάζει.
Σύμφωνα με την σύγχρονη Νευροεπιστήμη, υπάρχουν κάποια άτομα τα οποία χαρακτηρίζονται από μια νευροαπόκλιση που τα κατατάσσει σε μια ιδιαίτερη κατηγορία ως άτομα υψηλής ευαισθησίας (Highly Sensitive Persons - HSP). Ένα HSP χαρακτηρίζεταιαπό αυξημένη ανταπόκριση στα περιβαλλοντικά ερεθίσματα, κάτι που πιστεύεται ότι οφείλεται σε μια εγγενή ιδιαιτερότητα του κεντρικού νευρικού του συστήματος, το οποίο επεξεργάζεται με έναν ιδιαίτερο τρόπο τα διάφορα σωματικά, συναισθηματικά και κοινωνικά ερεθίσματα, τόσο ως προς την ένταση όσο και ως προς το βάθος.
Τα άτομα αυτά αποτελούν περίπου το 20% του πληθυσμού, βιώνουν τον κόσμο πιο έντονα, διαθέτουν μεγάλη ενσυναίσθηση, δημιουργικότητα και διαίσθηση, ενώ συχνά υποφέρουν από υπερφόρτωση, για την αντιμετώπιση της οποίας καταφεύγουν στην απομόνωση.
Όπως γράφει ο Ελληνο-Ιταλός ψυχολόγος Raffaello Saracini, για τα Άτομα Υψηλής Ευαισθησίας, η συμπόνια δεν είναι απλώς ένα συναίσθημα. Είναι τρόπος ύπαρξης. Είναι μια φυσική τάση να αντιλαμβάνονται βαθιά τον πόνο, τις ανάγκες και τις λεπτές αποχρώσεις των άλλων. Αυτό που για πολλούς είναι μια εικόνα που απλώς περνά, για έναν άνθρωπο υψηλής ευαισθησίας γίνεται εμπειρία -σωματική, συναισθηματική, υπαρξιακή. Και εδώ ακριβώς βρίσκεται ο κίνδυνος του ψηφιακού κόσμου.
Οι ψηφιακές πλατφόρμες όπως το Facebook και το Instagram δεν ξεχωρίζουν ποιος βλέπει. Δεν γνωρίζουν ποιος έχει ένα νευρικό σύστημα πιο ανοιχτό, πιο δεκτικό, πιο ευάλωτο στα ερεθίσματα. Ο αλγόριθμος απλώς φέρνει μπροστά σου εικόνες που τραβούν την προσοχή. Ένα άρρωστο παιδί. Ένας άνθρωπος που πεινά. Μια τραγωδία. Για έναν Άνθρωπο Υψηλής Ευαισθησίας, αυτό δεν είναι απλώς μια πληροφορία. Είναι κάτι που μπαίνει μέσα του.
Όμως, η ενσυναίσθηση δεν δημιουργήθηκε για την απεριόριστη έκθεση. Δημιουργήθηκε για την εγγύτητα. Η ανθρώπινη ικανότητα να νιώθουμε τον άλλον έχει νόημα όταν υπάρχει σχέση, παρουσία, δυνατότητα πράξης. Όταν ο άλλος είναι μπροστά μας και μπορούμε να τον αγγίξουμε, να μιλήσουμε, να φροντίσουμε, να βοηθήσουμε. Εκεί η ενσυναίσθηση γίνεται συμπόνια με κατεύθυνση.
Στο ψηφιακό περιβάλλον, η εγγύτητα καταργείται αλλά η ενσυναίσθηση ενεργοποιείται κανονικά. Το νευρικό σύστημα αντιδρά σαν να βρίσκεται μπροστά στο γεγονός, ενώ στην πραγματικότητα δεν υπάρχει καμία δυνατότητα συμμετοχής. Και τότε αρχίζουν να θολώνουν τα όρια. Τι είναι δικό μου συναίσθημα και τι δεν είναι; Τι μπορώ να αντέξω και τι με ξεπερνά; Πού τελειώνει ο κόσμος και πού αρχίζω εγώ;
Χωρίς να το καταλάβει, το άτομο υψηλής ευαισθησίας αρχίζει να κουβαλά μέσα του πόνο που δεν του ανήκει. Να επιβαρύνει το ήδη ευαίσθητο νευρικό του σύστημα με εικόνες, ιστορίες και δράματα, για τα οποία δεν έχει καμία δυνατότητα πράξης. Αυτό δεν οδηγεί σε περισσότερη ανθρωπιά. Οδηγεί σε εξάντληση, ενοχή, συναισθηματική σύγχυση.
Για τα Άτομα Υψηλής Ευαισθησίας, η αυτοσυμπόνια δεν είναι πολυτέλεια. Είναι όριο. Είναι προστασία. Η ουσιαστική συμπόνια χρειάζεται εγγύτητα, επιλογή και κατεύθυνση. Να γνωρίζω πού τοποθετώ το συναίσθημά μου και πού επιλέγω να μην το τοποθετήσω. Γιατί, όταν η ενσυναίσθηση ενεργοποιείται χωρίς εγγύτητα, η συμπόνια χάνει το νόημά της. Και όταν σκορπίζεται παντού, στο τέλος δεν μένει αρκετή για εκεί που πραγματικά χρειάζεται: στον ίδιο τους τον εαυτό.
Μετά από σχεδόν ογδόντα δύο χρόνια, η μνήμη των 200 πολιτικών κρατουμένων που εκτελέστηκαν την Πρωτομαγιά του 1944 στο σκοπευτήριο της Καισαριανής, αποκτά πρόσωπο μέσα από μια σειρά από άγνωστες έως σήμερα φωτογραφίες, που εικονίζουν τους μελλοθάνατους να βαδίζουν προς το εκτελεστικό απόσπασμα με το κεφάλι ψηλά. "Επιτέλους, έχουμε οπτική επιβεβαίωση αυτού που στοιχειώνει την ελληνική αριστερά εδώ και δεκαετίες", επισημαίνει ο καθηγητής Ιστορίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Κωστής Καρπόζηλος* μιλώντας σε σχετικό αφιέρωματου Guardian. "Οι εικόνες αυτές θα ανοίξουν τον δρόμο για μια αναγκαία συζήτηση γύρω από την πολιτική της μνήμης στη σύγχρονη Ελλάδα, η οποία για πολύ καιρό επισκιαζόταν από τις διαιρέσεις του Εμφυλίου", λέει.
Στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Χαϊδαρίου από όπου, εκείνη την ημέρα, 200 κρατούμενοι βρέθηκαν στη λίστα για να εκτελεστούν, ο Ναπολέων Σουκατζίδης δεν δέχτηκε να δώσει τη θέση του, και ο Κώστας Ρουσσόπουλος προσφέρθηκε να εκτελεστεί στη θέση ενός άλλου. Βλέπουμε λοιπόν ότι, εδώ, το ζήτημα δεν μόνο η περηφάνεια αλλά κάτι πολύ περισσότερο. Από πού αντλεί τη δύναμη του ένας τέτοιος, τόσο ανοίκειος στις μέρες μας, "ανθρωπότυπος" που μπορεί να νικήσει ακόμα και το ένστικτο της αυτοσυντήρησης; Τι μπορεί να είναι εκείνο που στηρίζει με τέτοια σιγουριά την υπέρβαση από το "εγώ" στο "εμείς", και ποια πίστη είναι ικανή να σπάσει τα δεσμά της ανάγκης; Σε ανάρτηση του που δημοσιεύτηκε και στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ στις 25/02/2026, με τίτλο "Σκοντάφτοντας σε ένα παρελθόν πεισματάρικο", ο Κωστής Καρπόζηλος επιχειρεί να δώσει μια (ιστορική/κοινωνική/και βαθιά υπαρξιακή) ερμηνεία σε αυτό το φαινόμενο, και μια απάντηση σε ένα τέτοιο ερώτημα.
"Θα έρθει η μέρα που η σιωπή μας θα είναι πιο ισχυρή από τις φωνές που στραγγαλίζετε σήμερα". Αυτές ήταν οι τελευταίες λέξεις του August Spies αντικρίζοντας την αγχόνη για τα γεγονότα της αιματηρής πρωτομαγιάς στο Σικάγο του 1886. Είναι πιθανό ότι οι 200 κομμουνιστές που εκτελέστηκαν, την πρωτομαγιά του 1944, στην Καισαριανή, θα την γνώριζαν από κάποια απεργία, παράσταση εργατικού θεάτρου ή προλεταριακό διήγημα. Και αν όχι αυτήν την ίδια, μια ανάλογη.
Η ψυχική και πολιτική συγκρότηση των "κόκκινων" στον μεσοπόλεμο στηριζόταν σε μια συναρπαστική αντινομία: Το κομμουνιστικό κίνημα ήταν βαθιά υλιστικό. Αρνούνταν έτσι την παραμυθητική αντίληψη της συνέχειας του βίου πέραν της στιγμής του θανάτου. Και την ίδια στιγμή, -στοιχείο που ερμηνεύει τη γοητεία που άσκησε- προσέφερε ένα στέρεο νόημα ζωής μέσα από μια πίστη: την πίστη στην Ιστορία.
Η θυσία στην υπηρεσία της συλλογικής υπόθεσης προοικονομούσε τη στιγμή της ανθρώπινης χειραφέτησης από τα δεσμά της ανάγκης. Σε αυτό το σχήμα, ο θάνατος, η "αλλαγή της ύλης" όπως τον περιέγραψε ο Νίκος Πλουμπίδης αναμένοντας την εκτέλεσή του, ήταν συνυφασμένος με τη μελλοντική δικαίωση των καταπιεσμένων.
Η πίστη στην Ιστορία δεν ήταν προϊόν μιας θεωρητικής άσκησης. Ήταν το προϊόν της ένταξης σε μια κοινότητα ομοϊδεατών, στο "Κόμμα", το οποίο προσέφερε στα μέλη του τα ερμηνευτικά κλειδιά της ιστορικής εξέλιξης, μέσα από την υλική πολιτική δράση. Ο κομμουνισμός του μεσοπολέμου παρήγαγε έναν ανθρωπότυπο -αυτόν που σηκώνει τη γροθιά του μπροστά στις κάνες των όπλων- που μπορεί σήμερα να μας προξενεί οριακά αμηχανία -την αμηχανία της αναμέτρησης με κάτι ανοίκειο-, αλλά ήταν εντέλει προϊόν μιας ιστορικής εποχής όπου ο κοινωνικός ανταγωνισμός είχε πολεμικά χαρακτηριστικά.
Αυτοί οι άνθρωποι, ή έστω οι περισσότεροι από αυτούς, αντιλαμβάνονταν τους εαυτούς τους ως μαχητές ενός παγκόσμιου στρατού σε μια σύγκρουση διαρκείας με το "κακό" και τους μηχανισμούς του. Είχαν βιώσει τον σκληρό κοινωνικό αποκλεισμό ως εργάτες και φτωχοί, είχαν δει συντρόφους τους να πέφτουν νεκροί σε απεργιακές συγκεντρώσεις, είχαν ζήσει για χρόνια σε φυλακές και εξορίες.
Η συλλογική βιογραφία των εκτελεσμένων του 1944 μας φέρνει αντιμέτωπους με το γεγονός ότι πολλοί δεν είχαν συλληφθεί από τις κατοχικές αρχές, αλλά από την ελληνική πολιτεία. Το ελληνικό κράτος συγκροτήθηκε μετά το τέλος της Μικρασιατικής Εκστρατείας, φέροντας ένα σαφές ιδεολογικό πρόσημο: τον αντικομμουνισμό. Και αυτό το πρόσημο αποδείχθηκε ανθεκτικό στο χρόνο, υπερβαίνοντας τις συμβατικές διακρίσεις που κάνουμε μεταξύ δημοκρατικών και αυταρχικών περιόδων: από το 1924, όταν νησιά του Αιγαίου υποδέχθηκαν πολιτικούς εξόριστους, έως το 1974.
Η αναγνώριση αυτής της συνέχειας -και προφανώς και της συνέχειας στις κρατικές πολιτικές "πριν" και "μετά" την κρίσιμη στιγμή του 1940/41- μας επιτρέπει να κατανοήσουμε τη διπλή περιπλοκή γύρω από την Καισαριανή: Αυτοί που εκτελέστηκαν είχαν καταδικαστεί από το ελληνικό κράτος ως εχθροί του έθνους. Και στη συνέχεια, μετά το 1945, παρέμειναν στα μάτια του κράτους το ίδιο. Δεν ήταν Έλληνες, αλλά "κομμουνιστές". Ο χώρος της εκτέλεσης παρέμεινε υπό την κυριότητα της Ελληνικής Σκοπευτικής Εταιρείας -μια σκληρή ειρωνεία της ιστορίας- και, κάθε πρωτομαγιά, αστυνομικές διαταγές περιόριζαν την δυνατότητα μνημονικών τελετών. Η τεκμηρίωση του ίδιου του συμβάντος εναπόκειτο στη συλλογική μνήμη του νόμιμου κόμματος της Αριστεράς, αλλά όχι της επίσημης πολιτείας.
Ο πολυετής εξοβελισμός της Καισαριανής από το σώμα του έθνους εξηγεί, κατά τη γνώμη μου, και την ένταση του συναισθήματός που απελευθέρωσε η ξαφνική εμφάνιση των φωτογραφιών του 1944. Αυτό που κατοικούσε στο φαντασιακό απέκτησε υπόσταση. Και αυτή η διαδικασία συνδέεται με την ανάγκη της αναγνώρισης, της ταυτοποίησης και εντέλει και του να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους.
Οι άνθρωποι αυτοί εκτελέστηκαν επειδή ήταν κομμουνιστές- αυτό άλλωστε ανέφερε η ανακοίνωση των κατοχικών αρχών. Η αναγνώριση της διάστασης αυτής μας επιτρέπει με τη σειρά της να σκεφτούμε γύρω από την κεντρική σύγκρουση του ελληνικού 20ου αιώνα: το ποιος θεωρούνταν -και από ποιους- και ποιος δεν θεωρούνταν -και πάλι, και από ποιους- "Έλληνας" σε κάθε ιστορική στιγμή. Μπορούμε να συνεχίσουμε να αποφεύγουμε τη δύσκολη αυτή συζήτηση, αλλά είναι μια επιλογή που μας οδηγεί διαρκώς να σκοντάφτουμε πάνω στα κατάλοιπα -υλικά και φαντασιακά- ενός πεισματάρικου παρελθόντος.
Σχετικός σύνδεσμος: Συζήτηση στον ραδιοφωνικό σταθμό ΑΘΗΝΑ 9,84, με αφορμή την συλλογή φωτογραφικών ντοκουμέντων από την εκτέλεση των 200 κομμουνιστών στην Καισαριανή, την πρωτομαγιά του 1944 (19/02/2026)
Δείτε επίσης: Συνέντευξη του Μενέλαου Χαραλαμπίδη στο Dnews και Συζήτηση στα πλαίσια του Αντιρατσιστικού Φεστιβάλ της Αθήνας για τους 200 της Καισαριανής, στις 24/02/2026 στο Youtube
[Οι πολιτικοί κρατούμενοι της κυβέρνησης Μεταξά παραδόθηκαν στους Γερμανούς, τον Απρίλιο του 1941, από την κυβέρνηση Τσουδερού. Κεντρικό ρόλο σε αυτήν την παράδοση φαίνεται ότι έπαιξαν ο βασιλιάς Γεώργιος ο Β' και ο υπουργός Δημόσιας Τάξης της Μεταξικής δικτατορίας Κωνσταντίνος Μανιαδάκης, οποίος έγινε τότε υπουργός Εσωτερικών. Οι άνθρωποι αυτοί έμειναν υπό φύλαξη από την ελληνική χωροφυλακή μέχρι τα τέλη Νοέμβρη του 1942. Όταν ξεκίνησε η διάλυση του στρατοπέδου της Ακροναυπλίας, μεταφέρθηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης Τρικάλων και Λάρισας. Το στρατόπεδο συγκέντρωσης Χαϊδαρίου άνοιξε από τους Γερμανούς τον Σεπτέμβριο του 1943, και τότε μεταφέρθηκαν εκεί, όπου και έμειναν μέχρι την εκτέλεση τους στο σκοπευτήριο της Καισαριανής].