"Το αίσθημά μου τα καταπίνει όλα. Χωρίς αυτήν όλα εκμηδενίζονται", έγραφε (το 1774) ο Γιόχαν Βόλφγκανγκ φον Γκαίτε στο μυθιστόρημα " Τα πάθη του νεαρού Βέρθερου ", που κυκλοφορεί και πάλι στα ελληνικά από τις εκδόσεις Άγρα (πρώτη έκδοση το 1994). Στον έρωτα του για την Σαρλότε Μπουφ, ο Βέρθερος ξοδεύεται αδυνατώντας να προσαρμοστεί στην πραγματικότητα, μέχρις ότου, μοναχικός, πληγωμένος και παράφορος, γίνεται αυτόχειρας.
Πρόκειται για μια κατάσταση που περιγράφεται συχνά ως εμμονικός έρωτας, ένα πάθος από το οποίο δεν μπορούμε να απαλλαγούμε, μια συνθήκη κατά την οποία ο άλλος άνθρωπος αντιπροσωπεύει και μονοπωλεί την προσδοκία και την ανάγκη να νιώσουμε επιτέλους επαρκείς (good enough, "αρκετοί"), επιθυμητοί και ασφαλείς.
Σχεδόν δυόμισι αιώνες αργότερα, οι ψυχολόγοι χρησιμοποίησαν μια καινούργια (αμετάφραστη) λέξη, έναν νέο "όρο" για να περιγράψουν αυτήν τη συνθήκη: limerence*. Πρόκειται για κάτι που δεν είναι ακριβώς έρωτας, επιθυμία ή αγάπη, αλλά μια εμμονή που καταπίνει τα πάντα. Ο άλλος άνθρωπος γίνεται το κέντρο του εσωτερικού μας κόσμου. Τον εξιδανικεύουμε και τον σκεφτόμαστε διαρκώς. Μπροστά του νιώθουμε άγχος, αμηχανία ή/και σωματική ένταση. Η διάθεσή μας εξαρτάται υπερβολικά από τη συμπεριφορά του. Η παραμικρή ένδειξη ενδιαφέροντος μπορεί να μας γεμίσει ευφορία, ενώ η αδιαφορία ή η απόσταση οδηγεί σε μια απόγνωση που μπορεί να μας διαλύσει. Υπάρχει έντονη ανάγκη να νιώσουμε μοναδικοί και αναντικατάστατοι για εκείνον (κάτι που δεν μας συμβαίνει με άλλους ανθρώπους). Φανταζόμαστε συχνά ότι το πάθος γίνεται αμοιβαίο, ενώ η αβεβαιότητα κάνει τα συναισθήματα ακόμη πιο δυνατά.
Ο όρος "limerence" επινοήθηκε, κατά την δεκαετία του '70, από την Αμερικανίδα ψυχολόγο Ντόροθι Τένοβ (Dorothy Tennov), η οποία μελέτησε ανθρώπους με επίμονες, σχεδόν καταναγκαστικές σκέψεις γύρω από ένα πρόσωπο που επιθυμούσαν έντονα. Εκτός από εμμονή, το limerence χαρακτηρίζεται επίσης και από υπερανάλυση της παραμικρής αλληλεπίδρασης με το άλλο πρόσωπο, η οποία διακατέχεται από αβεβαιότητα**. Πολλοί άνθρωποι περιγράφουν αυτήν την εμπειρία ως μια μορφή συναισθηματικής εξάρτησης, όπου η καλή διάθεση εξαρτάται από μικρά σημάδια προσοχής, ενώ η καθημερινότητα περιστρέφεται γύρω από την προσδοκία μιας επαφής ή μιας επιβεβαίωσης.
Το limerence εμφανίζεται συχνότερα σε σχέσεις ασαφείς και ανολοκλήρωτες με άτομα χωρίς συναισθηματική ανταπόκριση (μη διαθέσιμα), καθώς η έλλειψη ξεκάθαρης ανταπόκρισης μπορεί να ενισχύσει ακόμη περισσότερο την προσκόλληση. Πολλές φορές μάλιστα, δεν αφορά τόσο τον πραγματικό άνθρωπο όσο την εικόνα που έχουμε δημιουργήσει γι' αυτόν. Σε μια τέτοια κατάσταση, οι αντιφάσεις, τα όρια και οι πραγματικές απαιτήσεις του εξαρτημένου μένουν στο περιθώριο, ενώ κυριαρχεί η προσδοκία να συμβεί κάτι που θα μας "λυτρώσει" συναισθηματικά.
Αυτή η συνθήκη μοιάζει τόσο σαγηνευτική γιατί ο εγκέφαλος φαίνεται να λειτουργεί σε μια διαρκή κατάσταση αναμονής της ανταμοιβής***. Μικρές στιγμές αποκτούν δυσανάλογη ένταση, ενώ η απόρριψη βιώνεται σχεδόν σωματικά. Αυτό δεν σημαίνει πως τα συναισθήματα είναι λιγότερο αληθινά, η ένταση τους όμως δεν σχετίζεται με την συναισθηματική οικειότητα ή την αγάπη.
Η ψυχολογία συνδέει το limerence με την ανασφάλεια που πηγάζει από έναν αγχώδη τύπο προσκόλλησης. Πρόκειται για έναν τρόπο σύνδεσης που κυριαρχείται από έντονο φόβο απόρριψης και εγκατάλειψης. Έτσι, ακόμη και μικρά σημάδια ενδιαφέροντος μπορούν να αποκτήσουν τεράστια σημασία, ενώ η απόσταση και η αβεβαιότητα βιώνονται πολύ πιο έντονα. Το limerence συνδέεται επίσης με χαμηλή αυτοεκτίμηση και έντονη ανάγκη επιβεβαίωσης, όπου ο άλλος άνθρωπος μοιάζει να ταυτίζεται με την προσδοκία να νιώσουμε επιτέλους επαρκείς, αρκετοί (good enough), επιθυμητοί, και τελικά ασφαλείς.
Τέτοιες εμπειρίες υπάρχουν στην λογοτεχνία και τον κινηματογράφο, από τον Βέρθερο μέχρι τις σύγχρονες ρομαντικές σειρές, ίσως γιατί ο πολιτισμός μας παρουσιάζει συχνά την εμμονή ως απόδειξη "αληθινής" αγάπης και μεγάλου έρωτα. Όμως η αγάπη δεν μπορεί να μοιάζει μόνο με αγωνία. Ο έρωτας δεν σημαίνει ότι χάνουμε τον εαυτό μας με τέτοιο δραματικό τρόπο. Και τελικά, ίσως η πιο δύσκολη πρόκληση σε όλη αυτή την ιστορία είναι να καταλάβουμε πότε επιθυμούμε πραγματικά έναν συγκεκριμένο άνθρωπο, και πότε ζητάμε να βρούμε ΕΚΕΙΝΟ που ΕΜΕΙΣ έχουμε επενδύσει επάνω του, έχοντας την γενναιότητα να το δούμε κατάματα και να το διαχειριστούμε.
Με αφετηρία (αρχική πηγή) ένα άρθρο της Έφης Ζέρβα στην ΕΡΤnews, με τίτλο "Εμμονικός Έρωτας: Ένα πάθος από το οποίο δεν μπορούμε να απαλλαγούμε", και πληροφορίες από The Guardian [state], Psychology Today
Παραπομπές :
* collins dictionary, wiktionary
https://www.scribd.com/document/810191139/Limerance-by-Dorothy
** psychologytoday, LIFO, amazon, livingwithlimerence
*** Βλ. επίσης σχετικά με τη νευροβιολογία του εμμονικού έρωτα (με την ντοπαμίνη και τους άλλους νευροδιαβιβαστές που προκαλούν εξάρτηση ανάλογη με εκείνη των εθιστικών ουσιών): The Neuroscience of Limerence: Why It Feels Like a Drug


.png)

