Ετικέτες

Σάββατο 13 Ιουνίου 2026

Απέναντι στην τύφλωση της εξουσίας

 


Μαρτυρία 
του 
Μανώλη Αξιώτη 
στο βιβλίο της 
"ΜΑΤΩΜΕΝΑ ΧΩΜΑΤΑ"**


Ως τα δεκάξι μου χρόνια παπούτσι δεν φόρεσα, μήτε καινούργιο ρούχο. O πατέρας μου μιαν έγνοια είχε, ν’ αποκτήσει πολλά χωράφια, λιόδεντρα και συκοπερίβολα. Η μάνα μου έκανε δεκατέσσερις γέννες, μα της ζήσαν μόνο εφτά παιδιά κι από τούτα τα τέσσερα της τα φάγαν οι πόλεμοι. 

Δε θυμούμαι να μού ‘δωκε ποτέ ο πατέρας μου κανένα μεταλλίκι, ν’ αγοράσω σαν παιδί καραμέλα ή κουλούρι. Μια μέρα που ήταν να μεταλάβω μαζί με τα δυο μικρότερα αδέρφια μου, πήγαμε και του ζητήσαμε συγχώρεση, με την κρυφή ελπίδα πως θα ‘βγαζε να μας δώσει κάτι. Κείνος όμως, σαν πήρε είδηση πως περιμέναμε λεφτά, αγρίεψε και γύρεψε να μας δείρει. Κινήσαμε τότες και πήγαμε να φιλήσουμε το χέρι των νουνών μας, μήπως κι έβγαινε από κει τίποτα. Όταν μας δώσαν από ένα γρόσι στον καθένα ξετρελαθήκαμε! 

Ο πιο μικρός, ο Σταμάτης, έτρεξε ίσια στο μπακάλικο του κυρ Θόδωρου, πού ‘χε κάτι χρωματιστά κάντια, μεγάλα σαν λιθάρια και χόρτασε μ’ αυτά τη λίμα του. Ο Γιώργης κι εγώ είχαμε άλλο μεράκι, λαχταρούσαμε να πιάσουμε παιχνίδι στο χέρι μας. Ο Γιώργης αγόρασε την πρώτη τρουμπέτα που του λάχε. Εγώ συγκράτησα τη βιασύνη μου, έψαχνα για το καλύτερο. Όταν πέτυχα ένα σταχτί τενεκεδένιο ποντικάκι μ’ ελατήριο, το άρπαξα και δε δίστασα να δώσω ολόκληρο το χαρτζιλίκι μου. 

Γυρίσαμε στο σπίτι να κάνουμε το κομμάτι μας. Ο αδερφός μου κορδωμένος παράσταινε το σαλπιγκτή και δεν έλεγε να βγάλει την τσαμπούνα απ’ το στόμα του. Εγώ έπεσα φαρδύς πλατύς χάμου, ακούμπησα προσεχτικά το ποντίκι στο πάτωμα, τράβηξα ένα λαστιχάκι από την κοιλιά του και σαν το είδα να τρέχει πέρα δώθε, άρχισα να ξεφωνίζω: "Σαλεύει! Είναι ζωντανό"! Μαζεύτηκαν τα αδέλφια μου και κάναν σαν παλαβοί, ποιος θα πρωτοτραβήξει το ελατήριο να φέρει βόλτες το ποντίκι. Μεγαλύτερη συγκίνηση δεν ένιωσα σε όλα τα παιδικά μου χρόνια. 

Καθώς ήμασταν παραδομένοι στη γλύκα του παιχνιδιού, τσάκωσα με την άκρη του ματιού την όψη του πατέρα να γίνεται σκληρή. "Τι νάχει πάλι", σκέφτηκα. Μα πριν βγάλω κρίση, άκουσα τη φουρκισμένη προσταγή του: "Για εσείς! Φέρτε μου να δω τούτα τα μαραφέτια". Δεν πρόκανε ν’ αποσώσει το λόγο του, αρπάζω το ποντίκι, το χώνω προστατευτικά στον κόρφο μου και κατρακυλώ πέντε-πέντε τα σκαλοπάτια του χαγιατιού. 

Ο αδερφός μου ο Γιώργης δε μ’ ακολούθησε, θες γιατί δεν τόλμησε να εναντιωθεί, πλησίασε τον πατέρα, του παράδωσε την τρομπέτα κι έμεινε να τον κοιτάζει μ’ ανοιχτά τρομαγμένα μάτια. Κείνος τη χούφτωσε, τη στράβωσε μέσα στην πετρωμένη παλάμη του κι απέ την πέταξε στο τζάκι. "Να, λεχρίτες"! Έκανε. "Για να μάθετε να ξοδεύετε τον παρά σας σε τέτοια παλιοπράματα. Χάθηκε ν’ αγοράστε μπρέ, κάνα τετράδιο, κάνα μολύβι"; 

Ήταν η πρώτη φορά που αντικρίστικα με την τύφλωση της εξουσίας κι αναστατώθηκα. Πού να ‘ξερα πως σ’ ολόκληρο το βίο μου μ’ αυτήνα θ’ αντιπάλευα... 



Η μάνα μου ήταν τρυφερή και υπομονετική γυναίκα. Η κακοτροπιά του άντρα της την έκανε να στέκει πάντα σούζα, με τον καλό λόγο και το χαμόγελο στ’ αχείλι: "Στον αράθυμο τον άντρα, έλεγε, σα δεν εναντιώνεσαι τον έχεις σκλάβο". Τώρα τί σόι σκλάβο είχε τον πατέρα, μονάχα κείνη το ’ξερε που έκανε μαζί του ένα λόχο παιδιά. 

Ωστόσο μια φορά, μια και μοναδική, του εναντιώθηκε. Τον είδε να με χτυπάει με τόση μανία, που το αίμα έτρεχε βρύση από τη μύτη και το στόμα μου. Τότες μπήκε στη μέση, άνοιξε τα χέρια της σαν φτερούγες και με δακρυσμένα μάτια του είπε τρομαγμένη: "Άμοιρε, θα το χαλάσεις το σπλάχνο σου"! 



Αιτία του άγριου ξυλοδαρμού ήταν ένα μεταλλίκι. Μου το είχε δώσει ο πατέρας για να πάω στον μπακάλη ν’ αγοράσω αλάτι. Ήξερα τί με περίμενε αν το ‘χανα, γι’ αυτό και το κράταγα σφιχτά στην ιδρωμένη μου παλάμη. Οπόταν στο δρόμο, να και πέφτω μπροστά σ’ ένα γύφτο με μια μαϊμού, μια κοκκινόκολη, ξύπνια σουσουραδίτσα, που παράσταινε πότε το δάσκαλο, πότε τη δεσποινίδα και πότε το φαρμακοτρίφτη. Ήταν πολύ, πάρα πολύ αστεία. Κόσμος είχε κάνει κύκλο γύρω της και χάζευε. Την ώρα της πλερωμής οι περισσότεροι σκορπίσανε. Ήρθε τότες η μαϊμού, στάθηκε μπροστά μου μ’ απλωμένο το ντέφι. Τα μάτια μας αντάμωσαν. Δε βάσταξα, ξέσφιξε η χούφτα μου από μόνη της και τίγκ, τάγκ,τόγκ, κύλησε μέσα στο ντέφι το μεταλλίκι μου. 



Όταν γύρισα στο σπίτι μ’ αδειανά τα χέρια δεν είπα την αλήθεια, είπα μονάχα πως έχασα τα λεφτά. Αυτό ήταν. Είδα τον πατέρα μου ν’ αγριεύει τόσο, που τρόμαξα κι έδωσα ένα σάλτο από το ανώι και βρέθηκα κάτω στο δρόμο με κίνδυνο να σκοτωθώ. 

Όμως ούτε και αυτή η πράξη της απελπισίας μου δεν τον συνέφερε. Με κυνήγησε, κι όταν με τσάκωσε ένας γείτονας ο Χαμπέρογλου, και με παρέδωκε, άρχισε να με χτυπάει όπου έβρισκε. Από κείνη την ημέρα, όσες φορές έβλεπα οργισμένο τον πατέρα, άνοιγα τα καλομοπόδαρά μου και κατουριόμουνα. Κι όμως ήρθε εποχή που του τα συγχώρεσα όλα τούτα τα φερσίματά του. Μονάχα κεινού του ξένου, του Χαμπέρογλου, την επέμβαση ούτε την κατάλαβα ούτε και τη συχώρεσα ποτέ. 



Στο σπίτι δύο εξουσίες υπολογίζαμε όλοι: του Θεού και του πατέρα, γιατί μ’ αυτές είχαμε δέσει την ύπαρξή μας. Τη μάνα μας τήνε βλέπαμε σαν το σκεπασμένο ήλιο, που τονέ μαντεύεις, μα οι αχτίδες του δε φτάνουνε ίσαμε σένα να σε ζεστάνουνε. Ποτέ της δεν έβρισκε καιρό να μας χαϊδέψει, να μας πάρει στα γόνατά της και να μας πει ένα παραμύθι. Ξύπναγε ολοχρονίς χαράματα, άναβε φωτιά, έστηνε τσουκάλι, να προκάνει τόσα στόματα. Ύστερα είχε πάντα στην κούνια κ’ ένα μυξάρικο να τσιρίζει. Είχε να φροντίσει τα ζωντανά, να βάλει σκάφη, να ζυμώσει, να πλύνει, να γυροφέρει το νοικοκυριό, να πιάσει βελόνι· όλο το χωριό μιλούσε για την πάστρα και τη νοικοκυροσύνη της. 



Η αλήθεια είναι πως και το γέρο μου τον σέβονταν ο κόσμος, γιατί κρατούσε λόγο, ήταν τίμιος στο αλισβερίσι, φιλόξενος και προκομμένος. Τόνε σήκωνε πολύ κ’ η αρχοντοκαμωσιά του, ψηλόλιγνος καθώς ήτανε και σγουρομάλλης, με βαθιά γαλάζια μάτια και στρωτά γερά δόντια, που τα πήρε ατόφια στον τάφο του. Για τούτο και καμάρωνα όταν οι γειτόνισσες λέγανε στη μάνα μου: "Ο γιος σου, ο Μανώλης, είναι φτυστός ο μπάρμπα Δημητρός". 

Νύχτα, με τ’ άστρα σηκωνόταν ο πατέρας απ’ το γιατάκι του. Πρωτόβαζε τη φέσα του κι απέ την τσόχινη βράκα του, τα τουζλούκια και τα ποδήματά του. (Κάλτσες δε φορούσε· έλεγε πως τον στενοχωρούσανε και τον βλάφτανε στην υγειά του). Νιβόταν με θόρυβο. Έκανε το σταυρό του μπρος στα κονίσματα. Καψάλιζε λίγο σταρένιο ψωμί στη θράκα, το βουτούσε στο μπρούσκο και το ‘κανε κρασοψυχιά, έτρωγε και καμιάν ελιά, φτούσε το κουκούτσι και λίγες βρισιές μαζί για το γούρι, και ξεκινούσε στητός κι ανάλαφρος για τα χτήματα. 

Δούλευε δεκάξη με δεκαοχτώ ώρες δίχως να ξαποστάσει. Σήκωνε μοναχός του γομάρια εξήντα εβδομήντα οκάδες, μα ποτέ δεν τον άκουγες να βαρυγκομήσει. Η τσάπα και τ’ αλέτρι γίνονταν υπάκουα στο χέρι του. Τα ζωντανά τον τρέμανε και τον αγαπούσανε συνάμα, γιατί τα φρόντιζε περσότερο απ’ όσο φρόντιζε εμάς. Με το σούρουπο γύριζε στο σπίτι δίχως να σταθεί σε καφενέ. Έπιανε το μπουκάλι το ρακί, κατέβαζε κάμποσες γερές ρουφηξιές, έτρωγε το φαΐ που του φύλαγε η μάνα. Κατά την περίσταση, έδερνε δυο τρεις από μας κ’ έπεφτε μπαϊλντισμένος στον ύπνο, να ρουχαλίζει και να τρέμει ο τόπος. 



Κουβέντα δεν τού ‘παιρνες ούδε Κυριακή ούδε χρονιάρα μέρα. Κανένας μας δεν τολμούσε να μιλήσει μπροστά του· είχαμε μάθει να τα λέμε όλα με τα μάτια, τους θυμούς, το παράπονο, τις πονηριές ή τις χαρές μας. Μόνο σαν τύχαινε να βρίσκεται στα κέφια του, Κυριακή, που καθόμαστε ολόκληρη η φαμελιά σε τραπέζι, τότες τ’ άρεζε να σηκώνει εμένα που μ’ έβλεπε πάντα σαν τον γραμματιζούμενο του σπιτιού, να λέω το "Πάτερ ημών". Δεν καταλάβαινα γρι απ’ ό,τι έλεγε τούτη η προσευχή, και μια μέρα είπα στη μάνα μου: Το "Πατ", μπρε μάνα, ξέρω τί θα πει. Μα κείνο το "ερημών" με μπερδεύει…



Πηγήin.gr/life/culture

Photo 



* "Ονειρεύτηκα τη Διδώ" (της Λένας Διβάνη)

** youtube/playlist (μεταφορά και σε τηλεοπτική σειρά)








Πέμπτη 28 Μαΐου 2026

Η Νευροεπιστήμη του limerence: Γιατί ο εμμονικός έρωτας λειτουργεί σαν ναρκωτικό

 

 

Απόσπασμα από την ιστοσελίδα του Ιρλανδού ψυχολόγου και ψυχοθεραπευτή, ειδικού συμβούλου σχέσεων, γάμου και οικογένειας Figs O'Sullivan  

Πρωτότυπος τίτλος: The Neuroscience of Limerence: Why It Feels Like a Drug  (Μάιος 2026)

Επιμέλεια και απόδοση στα Ελληνικά by Filikaki 



Φωλιάζει κρυφά εκεί που δεν το περιμένεις, ξεφαντώνει σε διαφόρων λογιών τραγούδια, και κρύβεται πίσω από ρομαντικούς αυτόχειρες και μεγάλους ποιητές. Τα τελευταία χρόνια, αυτό το μεθυστικό αδηφάγο συναίσθημα που, από καταβολής κόσμου, χαρακτηρίζει πολλούς "μεγάλους" ανεκπλήρωτους έρωτες στην Τέχνη και την ζωή, απέκτησε όνομα. Λέγεται limerence και, σύμφωνα με την σύγχρονη Ψυχολογία, δεν είναι ακριβώς έρωτας, ούτε αληθινή αγάπη, αλλά κάτι πολύ πιο πρωτόγονο και μέχρι πρότινος ανεξερεύνητο. 

Πράγματι, το καρδιοχτύπι, η αδυναμία συγκέντρωσης, και η απεγνωσμένη αναζήτηση ανταπόδοσης μοιάζει με έρωτα. Όταν όμως η αρχική έξαψη ξεπεράσει ένα εύλογο χρονικό διάστημα, και εφόσον δεν ολοκληρώσει τον κύκλο της, καταλήγει σε αδιέξοδο και γίνεται εμμονή. Τότε, μια νευροχημική πειρατεία που έχει κάνει κατάληψη στο προσωπικό σου "σύστημα σύνδεσης" (attachment style), επιχειρεί να κρατήσει την συναισθηματική σου ισορροπία θλιβερό όμηρο της αναμονής μιας ανταπόκρισης που φτάνει με το σταγονόμετρο ή δεν έρχεται ποτέ.

Αυτό που βιώνεις όταν βρίσκεσαι σε κατάσταση limerence είναι ένας κατακλυσμός, κατά τον οποίο το νευρικό σου σύστημα, πλήρως ενεργοποιημένο και πλημμυρισμένο από ντοπαμίνη και κορτιζόλη, εγκλωβίζεται στην αέναη επανάληψη ενός αυτοτροφοδοτούμενου κύκλου συναισθηματικής αναζήτησης που δεν εξαντλείται και δεν ολοκληρώνεται.


Ο όρος "limerence"* επινοήθηκε από την Αμερικανίδα ψυχολόγο Dorothy Tennov, κατά τα τέλη της δεκαετίας του '70, και περιγράφει την καταναγκαστική, εμμονική και ακούσια κατάσταση, στην οποία κυριαρχεί η σφοδρότατη επιθυμία αποδοχής από ένα πρόσωπο που (νομίζουμε πως) έχουμε ερωτευτεί. 

Η διαφορά μεταξύ ενός ασφαλούς δεσμού και ενός αδιέξοδου limerence είναι ουσιαστική. Πρακτικά, ισοδυναμεί με την διαφορά ανάμεσα στην ευδαιμονία που πηγάζει από την ασφαλή σύνδεση με ένα άλλο πρόσωπο, και την ευφορία που προσφέρει ένα ναρκωτικό. Στην πράξη, ίσως αυτή η διάκριση να είναι το πιο σημαντικό πράγμα που μπορείς να μάθεις σχετικά με την ερωτική σου ζωή, λέει ο Figs O'Sullivan. 


Επιτρέψτε μου, επισημαίνει ο Figs O'Sullivan, να πω στα ίσια κάτι στο οποίο οι περισσότεροι θεραπευτές αποφεύγουν να αναφερθούν ξεκάθαρα: Από νευρολογική άποψη, το limerence είναι σχεδόν ταυτόσημο με τον εθισμό (addiction). Χρησιμοποιώ τον όρο "εθισμός" κυριολεκτικά, όχι μεταφορικά, γιατί και στις δύο αυτές καταστάσεις ενεργοποιούνται τα ίδια νευρικά κυκλώματα, οι ίδιες περιοχές του εγκεφάλου. Οι ίδιοι νευροδιαβιβαστές κατακλύζουν το νευρικό σύστημα και, όταν ο ανεφοδιασμός σταματήσει, εμφανίζονται στερητικά συμπτώματα

Μόλις συναντήσεις το πρόσωπο εξ αιτίας του οποίου ανάβει αυτή τη σπίθα μέσα σου, ο εγκέφαλος σου οδηγείται σε μια έκρηξη ντοπαμίνης, του ίδιου δηλαδή νευροδιαβιβαστή που εμπλέκεται στον εθισμό που προκαλείται από τον τζόγο και την κοκαΐνη. Εκείνο που προάγει η ντοπαμίνη δεν είναι ακριβώς ευχαρίστηση. Είναι κίνητρο, λαχτάρα, επιθυμία και προσδοκία. Είναι εκείνο που σε οδηγεί ψυχαναγκαστικά να αναζητήσεις, να ψάξεις και να ελέγξεις όλα τα "σημάδια" και τα μηνύματα στο τηλέφωνο σου ξανά και ξανά. 

Σε μια τέτοια κατάσταση, δεν μπορείς να βρεις γαλήνη, όσο κι' αν την αποζητάς, γιατί το limerence δεν συνοδεύεται μόνο από ευφορία, αλλά και από ματαίωση που οδηγεί σε στρες. Η κορτιζόλη είναι η ορμόνη του στρες. Η παραγωγή της συνοδεύεται από άγχος, και, στην παρουσία της, το σώμα βιώνει έναν κάποιου βαθμού συναγερμό. Περιμένοντας την επόμενη αλληλεπίδραση με το άλλο πρόσωπο, βρίσκεσαι σε υπερεγρήγορση, ακριβώς διότι το νευρικό σου σύστημα έχει αποφασίσει ότι η ανταπόκριση του προσώπου εκείνου είναι για σένα ζήτημα ζωής ή θανάτου.  

Εκτός όμως από την κορτιζόνη, η νορεπινεφρίνη, που επίσης λόγω στρες κατακλύζει το σώμα σου, οξύνει την εστίαση στο ζητούμενο, και αμβλύνει την ευρύτερη προσοχή. Έτσι, ο εγκέφαλος κυριολεκτικά παραβλέπει κάθε αρνητική πληροφορία. Δεν μπορείς να δεις τα ελαττώματα του άλλου, γιατί η νευροβιοχημεία δεν σου το επιτρέπει. Έρευνες από το University College London ανακάλυψαν ότι, σε μια τέτοια φάση, τα νευρωνικά κυκλώματα που σχετίζονται με την κρίση και την αξιολόγηση δεν λειτουργούν, και έτσι, από νευρολογική άποψη, χάνεις κάθε ικανότητα να δεις αυτό το πρόσωπο καθαρά.

Εντωμεταξύ, η σεροτονίνη μειώνεται. Η ιδεοψυχαναγκαστική συμπεριφορά (Obsessive Compulsive Behavior - OCD) σχετίζεται με την χαμηλή στάθμη σεροτονίνης, και γι' αυτόν τον λόγο το limerence προάγει τις ίδιες ακούσιες (και δυσάρεστες) σκέψεις που χαρακτηρίζουν το OCD. Δεν μπορείς να σταματήσεις αυτές τις σκέψεις. Χωρίς εξειδικευμένη ψυχοθεραπευτική διαχείριση, δεν έχεις επιλογή. Για σένα αποφασίζουν τα επίπεδα της σεροτονίνης σου. Και κάτω από όλο αυτό, το δικό σου σύστημα σύνδεσης** βρίσκεται σε πλήρη κινητοποίηση.


Πατέρας της θεωρίας του συστήματος σύνδεσης προσκόλλησης ή δεσμού (Attachment theory) είναι ο Βρετανός ψυχίατρος και ψυχαναλυτής John Bowlby (με συνεχίστρια την Αμερικανοκαναδή αναπτυξιακή ψυχολόγο Mary Ainsworth, που σχεδίασε την παρατήρηση της σύνδεσης των νηπίων με την μητέρα τους κατά την διαδικασία της λεγόμενης "strange situation"). Σύμφωνα με αυτήν την θεωρία, τα ανθρώπινα όντα είναι προγραμματισμένα από τη φύση τους να προσκολλώνται στο αρχικό πρόσωπο από το οποίο βρέθηκαν να εξαρτώνται όταν ήρθαν στη ζωή. Η προσκόλληση αυτή είναι ένα βιολογικό χαρακτηριστικό που πηγάζει από την ανάγκη της επιβίωσης. Όταν η σύνδεση απειλείται, το μεταιχμιακό νευρικό σύστημα εξεγείρεται, καθώς, μέσα στις βαθύτερες και αρχαιότερες εγκεφαλικές δομές, η απουσία σύνδεσης ενός βρέφους με την μητέρα ή τον φροντιστή του ισοδυναμεί με κίνδυνο θανάτου

Σύμφωνα με τον Bowlby, όλοι οι άνθρωποι διαθέτουν ένα νευρικό κύκλωμα που τους συνδέει με τον πρώτο άνθρωπο ο οποίος τους υποδέχεται και τους φροντίζει (συνήθως μητέρα), από την στιγμή της γέννησης τους. Έτσι, η πιο ζωτική και πρωταρχική ανάγκη του κάθε νεογέννητου βρέφους είναι η φυσική και συναισθηματική παρουσία ενός διαθέσιμου "άλλου" από τον οποίο εξαρτάται απόλυτα. Αν αυτή η πρωταρχική σύνδεση δεν εκπληρωθεί, το βρέφος βιώνει μια υπαρξιακή απειλή, μπροστά στην οποία το μεταιχμιακό νευρικό σύστημα εξανίσταται. 

Πρόκειται για μια "βιολογική καλωδίωση" (biological wiring), η οποία προϊούσης της ηλικίας δεν χάνεται, αλλά παραμένει σε ετοιμότητα και μετά την ενηλικίωσηΓι' αυτόν ακριβώς τον λόγο, κάθε άνθρωπος εμπεριέχει εκ φύσεως μια εγγενή τάση σύνδεσης (και εξάρτησης) από το πρόσωπο-αντικείμενο της εμμονής του (Limerent Object), από το οποίο ζητά συναισθηματική ασφάλεια. Κάθε φορά που η σύνδεση ματαιώνεται ή απειλείται, το νευρικό σύστημα βιώνει τον πανικό με την ίδια σφοδρότητα κατά την οποία ένα βρέφος "διαλύεται" μπροστά στην μη διαθέσιμη μητέρα. Κι εσύ που βιώνεις έναν ανεκπλήρωτο έρωτα νομίζοντας πως χωρίς την ανταπόκριση του άλλου προσώπου θα έρθει το τέλος του κόσμου, δεν έχεις κάνει κάτι λάθος, και δεν είσαι ούτε αδύναμος ούτε συναισθηματικά ηττημένος, αφού έτσι έχει προγραμματιστεί βιολογικά να αντιδράσει το νευρικό σου σύστημα


Όταν λοιπόν, λέει ο Figs O'Sullivan, κάποιος (ή κάποια) με ρωτά γιατί δεν μπορεί να σταματήσει να σκέφτεται το πρόσωπο που έχει γίνει αντικείμενο του εμμονικού του έρωτα, και γιατί μια τέτοια κατάσταση βγαίνει τόσο πολύ εκτός ελέγχου, δίνω την εξής απάντηση: Ο έλεγχος έχει χαθεί διότι ολόκληρο το νευρικό σου σύστημα έχει ταξινομήσει αυτό το πρόσωπο ως απαραίτητο για την επιβίωση, ενώ οι εγκεφαλικές δομές που είναι υπεύθυνες να ασκήσουν κρίση και λογική έχουν τεθεί εκτός λειτουργίας. Ο προμετωπιαίος φλοιός, εκείνο δηλαδή το τμήμα του εγκεφάλου που ρυθμίζει την λογική και τον σχεδιασμό, ουσιαστικά έχει πάψει να λειτουργεί. Όταν σε κατακυριεύσει το limerence, τότε κυριολεκτικά δεν μπορείς να σκεφτείς με καθαρότητα, να ακούσεις με γενναιότητα, ή να διαπραγματευτείς με λογική. Δεν πρόκειται για κάποια αδυναμία του χαρακτήρα σου. Πρόκειται για την αναμενόμενη ανταπόκριση του νευρικού συστήματος ενός θηλαστικού, το οποίο νομίζει πως βρίσκεται ενώπιον ενός ζητήματος ζωής ή θανάτου. 


Image 1: ντοπαμίνη (από ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ) 

Screenshot from What Attachment Styles Actually Are 


* https://filikaki-blog.blogspot.com/2026/05/limerence.html

** Το κάθε παιδί, ανάλογα με την επάρκεια (τόσο υλική όσο και συναισθηματική), την συνέπεια και την σταθερότητα της πρώτης μητρικής φροντίδας, διαμορφώνει έναν ιδιαίτερο τύπο (τρόπο) σύνδεσης με τον οποίο θα πορευτεί στις μελλοντικές του σχέσεις (ερωτικές και όχι μόνον). Ο τύπος αυτός μπορεί να είναι είτε υγιής (ασφαλής) είτε δυσλειτουργικός. Ο δυσλειτουργικός τρόπος σύνδεσης προδιαθέτει σε δυσκολίες σχέσεων και διακρίνεται σε αγχώδη, αποφευκτικό και αποδιοργανωμένο [Βλ. theoria-proskollisis-kai-eidi-desmoy και theoria-desmou-test]



Δευτέρα 25 Μαΐου 2026

Τώρα οι επιστήμονες το λένε "limerence"

 

" Έχω τόσα πολλά, και το αίσθημά μου για εκείνη τα κατασπαράζει όλα. Έχω τόσα πολλά και δίχως εκείνη όλα μου είναι τίποτα.
Το αίσθημά μου τα καταπίνει όλα. Χωρίς αυτήν όλα εκμηδενίζονται", έγραφε (το 1774) ο Γιόχαν Βόλφγκανγκ φον Γκαίτε στο μυθιστόρημα " Τα πάθη του νεαρού Βέρθερου ",  που κυκλοφορεί και πάλι  στα ελληνικά  από τις εκδόσεις Άγρα  (πρώτη έκδοση το  1994). Στον έρωτα του για την  Σαρλότε Μπουφ, ο  Βέρθερος ξοδεύεται αδυνατώντας να προσαρμοστεί στην πραγματικότητα, μέχρις ότου, μοναχικός, πληγωμένος και παράφορος, γίνεται αυτόχειρας.

Πρόκειται για μια κατάσταση που περιγράφεται συχνά ως εμμονικός έρωτας, ένα πάθος από το οποίο δεν μπορούμε να απαλλαγούμε, μια συνθήκη κατά την οποία  ο άλλος άνθρωπος αντιπροσωπεύει και μονοπωλεί την προσδοκία και την ανάγκη να νιώσουμε επιτέλους  επαρκείς (good enough, "αρκετοί"), επιθυμητοί και ασφαλείς.


Σχεδόν δυόμισι αιώνες αργότερα, οι ψυχολόγοι χρησιμοποίησαν μια καινούργια (αμετάφραστη) λέξη, έναν νέο "όρο" για να περιγράψουν αυτήν τη συνθήκη: limerence*Πρόκειται για κάτι που δεν είναι ακριβώς έρωτας, επιθυμία ή αγάπη, αλλά μια εμμονή που καταπίνει τα πάντα. Ο άλλος άνθρωπος γίνεται το κέντρο του εσωτερικού μας κόσμου. Τον εξιδανικεύουμε και τον σκεφτόμαστε διαρκώς. Μπροστά του νιώθουμε άγχος, αμηχανία ή/και σωματική ένταση. Η διάθεσή μας εξαρτάται υπερβολικά από τη συμπεριφορά του. Η παραμικρή ένδειξη ενδιαφέροντος μπορεί να μας γεμίσει ευφορία, ενώ η  αδιαφορία ή η απόσταση οδηγεί σε μια απόγνωση που μπορεί να μας διαλύσει. Υπάρχει έντονη ανάγκη να νιώσουμε μοναδικοί και αναντικατάστατοι για εκείνον (κάτι που δεν μας συμβαίνει με άλλους ανθρώπους). Φανταζόμαστε συχνά ότι το πάθος γίνεται αμοιβαίο, ενώ η αβεβαιότητα κάνει τα συναισθήματα ακόμη πιο δυνατά. 


Ο όρος "limerence" επινοήθηκε, κατά την δεκαετία του '70, από την Αμερικανίδα ψυχολόγο Ντόροθι Τένοβ (Dorothy Tennov), η οποία μελέτησε ανθρώπους με επίμονες, σχεδόν καταναγκαστικές σκέψεις γύρω από ένα πρόσωπο που επιθυμούσαν έντονα. Εκτός από εμμονή, το limerence χαρακτηρίζεται επίσης και από υπερανάλυση της παραμικρής αλληλεπίδρασης με το άλλο πρόσωπο, η οποία διακατέχεται από αβεβαιότητα**Πολλοί άνθρωποι περιγράφουν αυτήν την εμπειρία ως μια μορφή συναισθηματικής εξάρτησης, όπου η καλή διάθεση εξαρτάται από μικρά σημάδια προσοχής, ενώ η καθημερινότητα περιστρέφεται γύρω από την προσδοκία μιας επαφής ή μιας επιβεβαίωσης.

Το limerence εμφανίζεται συχνότερα σε σχέσεις ασαφείς και ανολοκλήρωτες με άτομα χωρίς συναισθηματική ανταπόκριση (μη διαθέσιμα), καθώς η έλλειψη ξεκάθαρης ανταπόκρισης μπορεί να ενισχύσει ακόμη περισσότερο την προσκόλληση. Πολλές φορές μάλιστα, δεν αφορά τόσο τον πραγματικό άνθρωπο όσο την εικόνα που έχουμε δημιουργήσει γι' αυτόν. Σε μια τέτοια κατάσταση, οι αντιφάσεις, τα όρια και οι πραγματικές απαιτήσεις  του εξαρτημένου μένουν στο περιθώριο, ενώ κυριαρχεί η προσδοκία να συμβεί κάτι που θα μας "λυτρώσει" συναισθηματικά.      

Αυτή η συνθήκη μοιάζει τόσο σαγηνευτική γιατί ο εγκέφαλος φαίνεται να λειτουργεί σε μια διαρκή κατάσταση αναμονής της ανταμοιβής***Μικρές στιγμές αποκτούν δυσανάλογη ένταση, ενώ η απόρριψη βιώνεται σχεδόν σωματικά. Αυτό δεν σημαίνει πως τα συναισθήματα είναι λιγότερο αληθινά, η ένταση τους όμως δεν σχετίζεται με την συναισθηματική οικειότητα ή την αγάπη.

Η ψυχολογία συνδέει το limerence με την ανασφάλεια που πηγάζει από έναν αγχώδη τύπο προσκόλλησης****Πρόκειται για έναν τρόπο σύνδεσης που κυριαρχείται από έντονο φόβο απόρριψης και εγκατάλειψης. Έτσι, ακόμη και μικρά σημάδια ενδιαφέροντος μπορούν να αποκτήσουν τεράστια σημασία, ενώ η απόσταση και η αβεβαιότητα βιώνονται πολύ πιο έντονα. Το limerence συνδέεται επίσης με χαμηλή αυτοεκτίμηση και έντονη ανάγκη επιβεβαίωσης, όπου ο άλλος άνθρωπος μοιάζει να ταυτίζεται με την προσδοκία να νιώσουμε επιτέλους επαρκείς, αρκετοί (good enough), επιθυμητοί, και τελικά ασφαλείς.

Τέτοιες εμπειρίες υπάρχουν στην λογοτεχνία και τον κινηματογράφο, από τον Βέρθερο μέχρι τις σύγχρονες ρομαντικές σειρές, ίσως γιατί ο πολιτισμός μας παρουσιάζει συχνά την εμμονή ως απόδειξη "αληθινής" αγάπης και μεγάλου "έρωτα". Στις περισσότερες από αυτές τις περιπτώσεις όμως, το ζητούμενο δεν είναι αυτός καθεαυτός -ως πρόσωπο- ο άλλος. Όταν η εναγώνια αναζήτηση της χαμένης αυτοεκτίμησης ακολουθεί δρόμους που δεν οδηγούν πουθενά, η "συνταγή" δεν πετυχαίνει σχεδόν ποτέ. Η αγάπη δεν μπορεί να μοιάζει μόνο με αγωνία. Ο έρωτας δεν μπορεί να σημαίνει ότι χάνουμε τον εαυτό μας με τέτοιο δραματικό τρόποΚαι τελικά, ίσως η πιο δύσκολη πρόκληση σε όλη αυτή την ιστορία είναι να καταλάβουμε πότε επιθυμούμε πραγματικά έναν συγκεκριμένο άνθρωπο, και πότε ζητάμε να βρούμε ΕΚΕΙΝΟ που ΕΜΕΙΣ έχουμε προβάλει επάνω του, έχοντας την γενναιότητα να το δούμε κατάματα και να το διαχειριστούμε. 


Με αφετηρία (αρχική πηγή) ένα άρθρο της Έφης Ζέρβα στην ΕΡΤnews, με τίτλο "Εμμονικός Έρωτας: Ένα πάθος από το οποίο δεν μπορούμε να απαλλαγούμε", και πληροφορίες από The Guardian [state], Psychology Todayhealth.clevelandclinicBBC


Photo 1

Photo 2

Photo 3

Photo 4


Παραπομπές

* collins dictionarywiktionary

https://www.scribd.com/document/810191139/Limerance-by-Dorothy

** psychologytodaylivingwithlimerencesimplypsychologyLIFO

*** Βλ. επίσης σχετικά με τη νευροβιολογία του εμμονικού έρωτα (με την ντοπαμίνη και τους άλλους νευροδιαβιβαστές που προκαλούν εξάρτηση ανάλογη με εκείνη των εθιστικών ουσιών): The Neuroscience of Limerence: Why It Feels Like a Drug  [και απόδοση στα Ελληνικά ΕΔΩ

**** hedepysimplypsychology