Μαρτυρία για τον Φολέγανδρο της δεκαετίας του '50, από τον Αντώνη Σαμαράκη στην εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (Ιούλιος 1996)
Το '58, ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ , "εν μια νυκτί και μόνη", δραπέτευσα από την πυρπολημένη Αθήνα για τη Φολέγανδρο. Δεν είχα ξαναπάει. Από τα παιδικά μου όμως χρόνια, ο Φολέγανδρος ηχούσε μέσα μου με βαθιά αλλά και μελαγχολική γοητεία.
Έχοντας πάθος με την καθημερινή επικαιρότητα, φανατικός αναγνώστης εφημερίδων, γνώριζα ότι το νησί ήταν συνήθης τόπος εξορίας των αγωνιστών με φιλελεύθερες προοδευτικές ιδέες. Κι' εγώ, από μαθητής γυμνασίου, στο Βαρβάκειο, είχα μια κρυφή ζωή: γραμματέας του μαθητικού τμήματος της Κοινωνικής Αλληλεγγύης. Της δημόσιας οργάνωσης που επικεφαλής ήταν ο αγνός, ο σεμνός μαχητής της δημοκρατίας, ο έξοχος δημοσιογράφος και συγγραφέας Νίκος Καρβούνης. Έτσι είχα από τότε τις προδιαγραφές να με ελκύει η Φολέγανδρος.
Στο καφενεδάκι στην Πλάκα "Η Φολέγανδρος", γωνία Ανδριανού και Φλέσσα, νύχτα αργά, συναντήθηκα με τον αγαπημένο μου φίλο Μάριο Τραγουδάκη, υπάλληλος στο ΙΚΑ αυτός, στο Υπουργείο Εργασίας εγώ. Μου έδωσε τα κλειδιά από τα δύο σπίτια του, ένα στο λιμάνι, στο Καραβοστάσι, το άλλο ψηλά στο Κάστρο, σχεδόν πλάι στον Χριστό, την εκκλησία. Πρωί πρωί, με το πλοίο της άγονης γραμμής , έβαλα πλώρη για τη Φολέγανδρο.
Με μάγεψε αμέσως το τοπίο, αυτός ο λιτός, ο χωρίς φτιασίδια, ο δωρικός βράχος. Αλλά πιο πολύ με μάγεψαν οι φτωχοί, με ζεστασιά ψυχής, με το χαμόγελο άνθρωποι.
Στο σπίτι που πήγα στο Κάστρο, η στέγη ήταν χωρίς κεραμίδια ή πλάκες. Πάνω πάνω είχε στρωμένο λιπαρό χώμα, από κάτω φύκια και πλάκες. Μέσα ήταν σωστός δαίδαλος. Ανώγεια, κατώγεια, μισοσκότεινοι διάδρομοι, καταπακτές. Κι' ένα μπαλκονάκι όνειρο, παρατηρητήριο μου είπαν για τους πειρατές στα πολύ παλιά χρόνια. Το πέλαγος -μα τι πέλαγος!- ανοιγόταν στα μάτια μου και στην ψυχή μου, ίσα με μίλια μακριά.
Πήγα ύστερα στο ψιλικατζίδικο-ταβερνάκι το μοναδικό εκεί, ο Χρήστος ο Λιζάρδος το είχε, μακαρίτης, μαθαίνω, κρίμα. Δώσαμε γνώση. Μου έψησε έναν μερακλίδικο βαρύ γλυκύ, τον καταχάρηκα. Αλλά το μεγάλο φαγοπότι, το γλέντι το τρικούβερτο ήταν το βράδυ. "Γεια!" και "γεια!" και "γεια!" και τελειωμό να μην έχει. Α, τι αξέχαστη νύχτα!...
Αλλά η νύχτα έμελλε να γίνει ακόμα πιο αξέχαστη. Πολύ αργά, θα ήταν δυόμιση, τρεις, ακούω βήματα μέσα στο σπίτι. Περιμένω λίγο να σιγουρευτώ. Ναι, ένας άγνωστος σεργιανάει εδώ, κοντά μου. Φωνάζω "Ποιος είναι;". Τσιμουδιά. Τα βήματα κοπάζουν για δευτερόλεπτα. Ξαναρχίζουν όμως πιο δυνατά. Αλαφιάζομαι.
Ανάβω το κλεφτοφάναρο που είχα στο μαξιλάρι - έπρεπε να έχω πει ότι το σπίτι ήταν δίχως ρεύμα. Περπατώ όλο το σπίτι, με την ψυχή στο στόμα, εννοείται. Τίποτα!... Ο μυστηριώδης νυκτερινός επισκέπτης το βιολί του, όλο σούρτα φέρτα. «Φάντασμα!...» λέω μέσα μου. Άντε τώρα να δεις ποιος μακαρίτης, πειρατής που αποδήμησε στο νησί ή άλλος, βρήκε την ώρα και τη στιγμή να βρικολακιάσει, να μου κάνει τέτοια λαχτάρα.
Το πρωί στου Χρήστου, το μυστήριο λύθηκε. «Ρε, Αντώνη, τζάμπα τα χρειάστηκες. Τι φάντασμα και πράσιν' άλογα μου τσαμπουνάς· το φουκαριάρικο παιδί ήτανε, ο κουζουλός του χωριού, ο ένας και μοναδικός που έχουμε. Δεν πρόσεξες ότι είχαμε πανσέληνο χτες; Α, το κρασάκι φταίει».
Τι απογοήτευση! Άδειασα μέσα μου. Επειδή η σκεπή ήταν έτσι φτιαγμένη, τα βήματα του παιδιού ηχούσαν λες και ήταν άνθρωπος μέσα στο σπίτι. Για δες γκαντεμιά!... Είπα κι' εγώ μια φορά στη ζωή μου ν' αντάμωσω φάντασμα!... Τράβα τώρα να βρεις το γνήσιο φάντασμα. Τι να κάνω δηλαδή; Να βάλω στην εφημερίδα μικρή αγγελία "Ζητείται φάντασμα";
Σε δύο μόλις μέρες χρειάστηκε να φύγω επειγόντως για την Αθήνα. Σύμπτωση να έχει πλοίο, έκτακτο δρομολόγιο. Με βαθιά λύπη και με νοσταλγία χώρισα από τους φίλους μου. Ανυπόμονος για ταξίδι, κατέβηκα στο Καραβοστάσι πρωί ακόμα, παρόλο που ήξερα ότι το καράβι φεύγει μεσάνυχτα. Πώς να περάσουν τόσες ώρες... Πήγα στο καφενεδάκι το μοναδικό, η κυρά Μαργαρίτα το κρατούσε, η γυναίκα του Γιαννούλη που είχε τις βάρκες. Είπα ένα ούζο. Μεζές τίποτα, το έπινα λοιπόν ξεροσφύρι, γουλιά γουλιά. Οπότε, ανοίγει ορμητικά η πόρτα, μπουκάρουν δύο ψαράδες, ψηλός ο ένας, κοντός ο άλλος, τα μπατζάκια ανασηκωμένα ως το γόνατο. Πάνε στην κυρά Μαργαρίτα τέσσερεις όλες κι' όλες τις γόπες να τις ψήσει στα κάρβουνα. Ούζο κι αυτοί. Οι δυό τους κι εγώ ήμαστε οι μόνοι πελάτες. Με κρυφοκοιτάνε, κουβεντιάζουν ψιθυριστά, μου ρίχνουν κρυφές ματιές, πολύ φιλικές. Να κι οι γόπες στο τραπεζάκι τους, τσίγκινο όπως όλα.
Πετάγεται ξαφνικά κατά μένα ο ψηλός, «Αυτές οι δύο γόπες είναι για σένα, φίλε». Δακρύζω, ένας κόμπος στο λαιμό μου. Οι γόπες μοσχοβολάνε. Αλλά πιο πολύ μοσχοβολάει η ψυχή τους. Α, μωρέ λεβέντες, Έλληνες μου!...
Πιάνω κι' εγώ το ακριβό παγκοσμίου λήψεως ραδιόφωνο που είχα πάρει δανεικό από φιλικό μου κατάστημα στην Αθήνα, τραβάω ίσια στο τραπέζι τους, το απιθώνω: «Κι αυτό είναι για σας, φίλοι».
Η συνέχεια τα μεσάνυχτα. Λίγο πριν σαλπάρει για Πειραιά το καράβι, φτάνουν οι δύο φίλοι μου οι ψαράδες με τέσσερεις κάσες ολόφρεσκα ψάρια. Λένε του λοστρόμου "Αυτά είναι για το φίλο μας τον Αντώνη, το νου σου!"
Μεγάλη χαρά μου δώσατε, αγαπημένοι μου φίλοι. Αλλά και μεγάλο πρόβλημα μου κάνατε, το μυαλό μου μπλόκαρε. Πώς να κουμαντάρω τώρα εγώ τόσα λαχταριστά ψάρια;
(Κυριακή, 28 Ιουλίου 1996, εφ. Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ)
σ.σ. Θυμάμαι οριακά, σαν σε όνειρο, τον Γιαννούλη που είχε τις βάρκες και τη γυναίκα του την κυρά Μαργαρίτα, τα τραπεζάκια τα τσίγκινα, και το καφενεδάκι στο μώλο. Υποψιάζομαι ποιος είναι ο «ψηλός» και ποιος ο «κοντός», οι ψαράδες. Θυμάμαι και τον Χρήστο Λιζάρδο, στη Χώρα... Βρήκα τη μαρτυρία του Αντώνη Σαμαράκη σε μια ομάδα του Facebook με όνομα "Παλαιές Φωτογραφίες Φολεγάνδρου"*, και τη μάζεψα με δέος και συγκίνηση, όπως μαζεύεις μια γυαλόπετρα που λάμπει στην άμμο, σαν διαμαντάκι πολύτιμο πάνω στα όρια της λήθης και της μνήμης. Κ.Π
*https://www.facebook.com/groups/478471076897006/posts/1064669878277120/





Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου