Ετικέτες

Τρίτη 21 Ιουλίου 2026

Οικογενειακή φωτογραφία

 


Κάθε Κυριακή 
κατεβάζαμε τον σκύλο στο ποτάμι. 
Ο σκύλος λεγόταν Λάκης. 
Ή Σπύρος. 
Ή όπως λέγονταν τότε οι άνθρωποι 
προτού γίνουν φωτογραφίες. 

Η θεία Ελένη έλεγε πως τα ζώα ξέρουν. 
Έπειτα σιωπούσε. 
Οι μεγάλοι ήξεραν να αποσύρονται 
με τρόπο που έκανε τον αέρα να μοιάζει ένοχος. 
Το ποτάμι κατέβαινε απ’ το βουνό 
μεταφέροντας φύλλα, κλαδιά, μισές ειδήσεις. 
Κάποτε ένα παιδί πνίγηκε εκεί. 
Το αναφέρω για να υπάρχει πληρότητα στοιχείων. 
Δεν ήμουν εγώ.



Τότε. 
Στο σπίτι ο παππούς καθάριζε πορτοκάλια. 
Τα νύχια του είχαν το χρώμα του καπνού. 
Άφηνε τις φλούδες σε τέλειες σπείρες. 
Αργότερα καταλάβαμε 
ότι προσπαθούσε να βάλει 
κάποια τάξη στο σύμπαν. 

Όλοι προσπαθούσαν. 
Η μητέρα μάζευε πιάτα. 
Ο πατέρας εφημερίδες. 
Η γιαγιά αγίους. 
Εγώ ό,τι ζωές. 
Τις φύλαγα σ’ ένα κουτί παπουτσιών 
κάτω από το κρεβάτι. 
Ακόμη πρέπει να βρίσκονται εκεί. 

Το βράδυ ανάβαμε το φως της αυλής. 
Τα έντομα έπεφταν επάνω του 
με μια αποφασιστικότητα που αργότερα αναγνώρισα 
στους ερωτευμένους, 
στους επαναστάτες – ω - και στους ασθενείς. 

Το χωριό κοιμόταν. 
Από μακριά ακούγονταν τα τρένα. 
Κάθε τρένο μετέφερε κάποιους αλλού. 
Κανείς δεν γνώριζε πού ακριβώς. 
Αυτή είναι μια χρήσιμη περιγραφή και για τη ζωή. 



Μια μέρα η θεία Ελένη πέθανε. 
Ο σκύλος έμεινε τρεις ώρες μπροστά στην πόρτα της. 
Κανείς δεν μίλησε γι’ αυτό. 
Οι μεγάλοι είχαν άλλες δουλειές. 
Έπρεπε να οργανωθεί η λύπη. 
Να έρθουν οι καρέκλες. 
Να βρεθούν τα μαύρα ρούχα. 
Να βραστεί ο καφές. 
Να μεταφερθεί ο νεκρός 
από την πραγματικότητα στην αφήγηση. 

Χρόνια αργότερα το χωριό άδειασε. 
Το ποτάμι έμεινε. 
Τα δέντρα έμειναν. 
Οι τάφοι επίσης. 

Μερικά σπίτια συνέχισαν να παραμένουν 
με ανοιχτά παράθυρα 
παρότι μέσα δεν κατοικούσε πια κανείς. 
Κι αυτό, αν με ρωτούσαν, 
είναι ο ακριβέστερος ορισμός της ψυχής. 
Ένα φωτισμένο δωμάτιο 
που εξακολουθεί να περιμένει 
εκείνους που έφυγαν.






Δεν υπάρχουν σχόλια: