Κάθε χρόνο τέτοια μέρα, έτρεχε η μάνα της να προλάβει το κακό. Της φόραγε το "Μάρτη": Ένα βραχιολάκι καμωμένο από κόκκινες και άσπρες κλωστές. Να μην το κάψει ο ήλιος, το μαυροτσούκαλο. Όμως αποτέλεσμα μηδέν. Κάθε φορά η ίδια απογοήτευση. Με τον πρώτο ανοιξιάτικο ήλιο, το δέρμα της σκούραινε ακόμα πιο πολύ. Γυάλιζε και το πράσινο στα μάτια κι' άστραφτε ξεφωνίζοντας, και οι αρσενικοί μαζεύονταν σαν τους γάτους. "Μικρό μελαχροινάκι με γέμισες φαρμάκι"... Έσκουζαν τα βιολιά, κι’ όλη η πλατεία γινόταν ένα ιδρωμένο πουκάμισο που χόρευε. Άχνιζε σαν φρεσκοψημένο ψωμάκι κι' εκείνη, και χόρευε χωρίς καμία συναίσθηση. Ίδρωνε σαν να έπαιζε σκοινάκι ή κουτσό.
Η αδελφή της ήταν έξι χρόνια μεγαλύτερη, ξανθειά και γαλανή, "άσπρη κι' αφράτη". Είχε και τα "ψωμάκια" της. "Τα πάχη σου τα κάλη σου". Χαμηλοβλεπούσα, ποτέ δεν κοίταζε ίσια μπροστά, όλο με το πλάι. Άσσος στα καρφιά. Άνθρωπο δεν άφηνε απείραχτο. Σε όλους έβγαζε από ένα παρατσούκλι, πετυχημένο πάντα γιατί ήταν κι' έξυπνη. Θα ‘τανε γύρω στα δώδεκα η μικρή όταν άρχισε να τη φωνάζει "Πελαγία", το όνομα μιας γύφτισσας που έφερνε πραμάτειες τα καλοκαίρια με το βαπόρι. Στο τέλος ήρθε κι’ έσκασε, αφού δεν γινόταν ν' ασπρίσει. Πρώτα τράβαγε τα μάγουλά της μπροστά να δεί μήπως τουλάχιστον μπορούσε να μικρύνει λιγάκι τη μύτη και το στόμα της.
"Κουταλάκι του γλυκού να χωράει ίσα ίσα", αυτό όριζε τότε για το στόμα ή ομορφιά. Κάποιες άλλες, πιο μεγάλες και μοχθηρές, τη φωνάζανε "χειλούδικο" και "στομούδικο". Ποιανού γλυκού καλέ, της σούπας και βάλε! Έριχνε τα μαλλιά της μπροστά, κατάμαυρα, όμως τίποτα δεν άλλαζε. Δεν είχανε μάθει ακόμη να λένε ψέμματα οι δικοί της καθρέφτες. Τα έδενε πλεξούδα σφιχτή κι’ έπαιζε με την άκρη, λίγο κάτω από τον αφαλό, μέσα στο τσεπάκι της ρόμπας της. Έπειτα έπιανε και σκέπαζε μ’ ένα μαντήλι το ντεκολτέ. Ψιλοτρέμαν οι γοφοί πάνω απ’ τα τακούνια όταν πέρναγε. Και την πείραζαν. "Φτού σου παιδάκι μου, και ο Άγιος Αντώνιος, ακόμη και ο Άγιος Αντώνιος θα αμάρτανε, φτού σου"!
Στο τέλος ήρθε και ζαλίστηκε. Τάχα μου δήθεν πικαρίστηκε, πικράθηκε,ακούς εκεί να τη φωνάζει Πελαγία η άλλη! Πήρε το ψαλίδι του ραψίματος και -χραπ- έδωσε μιά, πέρα για πέρα στις βλεφαρίδες της. Στο ένα μάτι μόνο, για το άλλο λιποψύχησε. Βδομάδες έκανε να βγεί από το σπίτι. Όλο το χειμώνα έτσι τον πέρασε, αγκαλιά με το μαγκάλι.
Ο πατέρας της έφερε τους καλύτερους γιατρούς. "Να την πάτε στην Αθήνα, για να είμαστε εκατό τα εκατό σίγουροι", γνωμάτευσαν. Θέριζε τότε τον κόσμο η αδενοπάθεια. Ήρθε η ιδέα και έδεσε. Κάθε μέρα την ίδια δουλειά: Πρώτα πατίκωνε με το χέρι το μέτωπο, μετά το φόραγε. Πέντε λεπτά ακριβώς. Υδραργυρικό, από κείνα τα μεγάλα τα πλατιά. Ξημεροβραδυάζονταν με το θερμόμετρο αγκαλιά. Το πρωί τριάντα εφτά και ένα. Μέχρι το βράδυ είχε πάει και τέσσερα. Ήρωας και θύμα. Έφτασε στο σημείο να τρώει μόνο με το δικό της κουτάλι, και να πίνει από το δικό της ποτήρι, μην τυχόν και κολλήσει εξαιτίας της άλλος κανείς. Έπειτα οργίασε η φαντασία, βρήκε έδαφος και τραγούδησε.
Είχε και ωραία φωνή.
"Ίντα ήκαμες χαρά μου στα ματάκια σου, τι σ’ έπιασε; Μη στεναχωριέσαι όμως, βλεφαρίδες είναι, πάλι θα μεγαλώσουνε! Ω χαρώ το, μπρόβαλε να σε δώ κοκόνα μου που σου θυμούμαι"...
Δεύτερη στροφή στο τραγούδι, δεύτερη και στην κλειδαριά. Στου κουφού την πόρτα μάταια προσπαθούσε η νόνα. Από τα πολλά τα παρακάλια, στο τέλος ψεύδιζε κιόλας, στέγνωνε το στόμα της, δεν είχε και δόντια. Βράχος βορεινός η μικρή. Με κομμένα τσίνορα να περάσει το καλντερίμι; Ποτέ!
"Ω Παναγιά μου, Παναγιά μου, ίντα ήπαθες χαρά μου, ηπαλάβωσες;", Μια τη μάλωνε, μια τη χάιδευε η νόνα της, και την υπερασπιζόταν στη μάνα της που αγρίευε: "Πώς να μη γυαλίζουνε, κυρία Ελπινίκη μου, τα ματάκια του, αφού έχει δέκατα το παιδί"!
[Από αδημοσίευτη συλλογή, σε μια απόπειρα να ξαναγράψω μικρές παλιές ιστορίες που, στην εποχή τους, έμοιαζαν οδυνηρές, Filikaki]

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου