Ετικέτες

Δευτέρα 26 Ιανουαρίου 2026

Η μουσούδα



Με λένε με το όνομα που μου έδωσες. Μα, εκτός από το όνομα, είμαι μια μουσούδα. Μικρή, υγρή, μαύρη, με δύο τρυπούλες που εισπνέουν τον κόσμο. Είμαι το πρώτο σημείο που γεννιέται η αγάπη κι η τελευταία άκρη που φεύγει όταν όλα τελειώσουν. Μη γελιέσαι. Δεν είμαι απλώς ένα κομμάτι από ρύγχος. Είμαι μνήμη. Είμαι υπομονή. Είμαι η σιωπηλή σου συνοδός στα μονοπάτια της ζωής. 

Θυμάμαι την πρώτη μου μέρα με εκείνον. Τον άνθρωπό μου. Ήμουν κουτάβι. Τα πάντα γύρω μου καινούρια, οι ήχοι δυνατοί, οι μυρωδιές καταιγίδα. Έτρεμα. Και τότε, μύρισα το χέρι του. Ένα μείγμα από σαπούνι, λίγο φόβο, λίγη μοναξιά. Και κάτω απ’ όλα, κάτι όμορφο. Η μυρωδιά μιας καρδιάς που ήθελε να αγαπήσει ξανά. Με τη μουσούδα μου τον άγγιξα. Ήσυχα. Μια μικρή υπόσχεση: "Θα σε βρω πάντα, ακόμα κι αν χαθείς". 

Από τότε, έγινα ο φρουρός της σιωπής του. Στις μέρες που τα μάτια του δεν ήθελαν να κοιτάξουν κανέναν, πήγαινα και ακουμπούσα τον ώμο του. Ήσυχα. Δεν χρειαζόταν να μιλήσει. Ήξερα. Η μουσούδα μου καταλάβαινε πριν από εκείνον. Μύριζα τα δάκρυά του πριν κυλήσουν. Τα γέλια του πριν ακουστούν. Μύριζα τη βροχή στα μαλλιά του και τη μελαγχολία στις νύχτες του. Όταν έβγαινε από το μπάνιο, όταν επέστρεφε από μια κακή μέρα, όταν δεν είχε διάθεση να φάει. Πάντα μύριζα τα πάντα. Και πήγαινα κοντά. Έσπρωχνα το χέρι του απαλά, σαν να του έλεγα "είμαι εδώ, βάλε το μέτωπό σου πάνω μου και άσε με να σε κρατήσω". 

Δεν ήξερε ποτέ πόσα ήξερα. Μα δεν με πείραζε. Η ζωή μας πέρασε με βόλτες. Πάρκα, γωνιές, λιμάνια. Κάθε μέρος το χάραζα με την όσφρησή μου. Όχι για να το διεκδικήσω, όπως λένε. Αλλά για να θυμάμαι. Να μπορώ να τον ξαναβρώ, αν μια μέρα χαθεί. Γιατί η μουσούδα μου έχει μνήμη αιώνια. Δεν ξεχνά. Μια φορά, είχαμε χωριστεί. Είχα τρομάξει από κάτι και είχα τρέξει. Έψαχνα, γύριζα, δεν τον έβρισκα. Ο αέρας ήταν γεμάτος θορύβους και σκιές. Αλλά εκεί, σ’ έναν δρόμο γεμάτο φωνές και άγνωστους, τον μύρισα. Λίγο άγχος, λίγη ελπίδα, και, ναι, το σαπούνι. Και έτρεξα. Και τον βρήκα. 

Με φίλησε στο ρύγχος και δάκρυσε. Δεν είπε τίποτα. Ούτε κι εγώ. Μα η καρδιά του είχε πει ήδη το ευχαριστώ, με έναν χτύπο που ταρακούνησε ολόκληρο τον κόσμο μου. Τα χρόνια πέρασαν. Η μουσούδα μου άρχισε να γκριζάρει. Κι εκείνος να σκύβει πιο αργά να με χαϊδέψει. Όμως, κάθε πρωί, όταν έβγαινε από το υπνοδωμάτιο, ήμουν εκεί. Τον πλησίαζα και ακουμπούσα το ρύγχος μου στο χέρι του. Μια μικρή υπενθύμιση: "Σ’ αγαπώ ακόμα. Μυρίζεις όπως τότε". 

Ώσπου ήρθε εκείνη η μέρα. Δεν μπορούσα πια να ανέβω στον καναπέ. Η καρδιά μου, αν και γεμάτη, έδειχνε να βαραίνει. Εκείνος ήρθε κοντά μου. Με πήρε αγκαλιά, με τύλιξε στην παλιά μας κουβέρτα. Εκείνη που κουβαλούσε βροχές, φόβους, και τρυφερές Κυριακές. Ακούμπησα τη μουσούδα μου στο στήθος του. Ήρεμα. Ένιωσα την καρδιά του. Ήταν γεμάτη. Κι ας πονούσε. Τον μύρισα για τελευταία φορά. Εκείνη την απέραντη μυρωδιά της αγάπης που δεν ζητά τίποτα. 

Και όταν έκλεισα τα μάτια μου, η μουσούδα μου έμεινε εκεί, σαν ένα μικρό αόρατο σχοινί. Ένας όρκος χωρίς λέξεις. Γιατί, να το θυμάσαι: Όταν όλα τα λόγια σωπάσουν, όταν φύγουν οι άνθρωποι και μείνουν οι σκιές, όταν νομίσεις πως είσαι μόνος, βάλε την παλάμη στο πρόσωπό σου και φαντάσου ένα μικρό, υγρό ρύγχος να σε αγγίζει απαλά. Είμαι εκεί. Η μουσούδα σου. Δεν σε ξέχασα ποτέ.


Πέτρος Κατσάκος, 22/01/26



Δεν υπάρχουν σχόλια: