Ετικέτες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βιβλία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βιβλία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 13 Ιουνίου 2026

Απέναντι στην τύφλωση της εξουσίας

 

Μαρτυρία του 
Μανώλη Αξιώτη 
στο βιβλίο της 
"ΜΑΤΩΜΕΝΑ ΧΩΜΑΤΑ" (κεφάλαιο 1ο)


Ως τα δεκάξι μου χρόνια παπούτσι δεν φόρεσα, μήτε καινούργιο ρούχο. O πατέρας μου μιαν έγνοια είχε, ν’ αποκτήσει πολλά χωράφια, λιόδεντρα και συκοπερίβολα. Η μάνα μου έκανε δεκατέσσερις γέννες, μα της ζήσαν μόνο εφτά παιδιά, κι από τούτα τα τέσσερα της τα φάγαν οι πόλεμοι. 

Δε θυμούμαι να μού ‘δωκε ποτέ ο πατέρας μου κανένα μεταλλίκι, ν’ αγοράσω σαν παιδί καραμέλα ή κουλούρι. Μια μέρα που ήταν να μεταλάβω μαζί με τα δυο μικρότερα αδέρφια μου, πήγαμε και του ζητήσαμε συγχώρεση, με την κρυφή ελπίδα πως θα ‘βγαζε να μας δώσει κάτι. Κείνος όμως, σαν πήρε είδηση πως περιμέναμε λεφτά, αγρίεψε και γύρεψε να μας δείρει. Κινήσαμε τότες και πήγαμε να φιλήσουμε το χέρι των νουνών μας, μήπως κι έβγαινε από κει τίποτα. Όταν μας δώσαν από ένα γρόσι στον καθένα ξετρελαθήκαμε! 

Ο πιο μικρός, ο Σταμάτης, έτρεξε ίσια στο μπακάλικο του κυρ Θόδωρου, πού ‘χε κάτι χρωματιστά κάντια, μεγάλα σαν λιθάρια και χόρτασε μ’ αυτά τη λίμα του. Ο Γιώργης κι εγώ είχαμε άλλο μεράκι, λαχταρούσαμε να πιάσουμε παιχνίδι στο χέρι μας. Ο Γιώργης αγόρασε την πρώτη τρουμπέτα που του λάχε. Εγώ συγκράτησα τη βιασύνη μου, έψαχνα για το καλύτερο. Όταν πέτυχα ένα σταχτί τενεκεδένιο ποντικάκι μ’ ελατήριο, το άρπαξα και δε δίστασα να δώσω ολόκληρο το χαρτζιλίκι μου. 

Γυρίσαμε στο σπίτι να κάνουμε το κομμάτι μας. Ο αδερφός μου κορδωμένος παράσταινε το σαλπιγκτή και δεν έλεγε να βγάλει την τσαμπούνα απ’ το στόμα του. Εγώ έπεσα φαρδύς πλατύς χάμου, ακούμπησα προσεχτικά το ποντίκι στο πάτωμα, τράβηξα ένα λαστιχάκι από την κοιλιά του και σαν το είδα να τρέχει πέρα δώθε, άρχισα να ξεφωνίζω: "Σαλεύει! Είναι ζωντανό"! Μαζεύτηκαν τα αδέλφια μου και κάναν σαν παλαβοί, ποιος θα πρωτοτραβήξει το ελατήριο να φέρει βόλτες το ποντίκι. Μεγαλύτερη συγκίνηση δεν ένιωσα σε όλα τα παιδικά μου χρόνια. 

Καθώς ήμασταν παραδομένοι στη γλύκα του παιχνιδιού, τσάκωσα με την άκρη του ματιού την όψη του πατέρα να γίνεται σκληρή. "Τι νάχει πάλι", σκέφτηκα. Μα πριν βγάλω κρίση, άκουσα τη φουρκισμένη προσταγή του: "Για εσείς! Φέρτε μου να δω τούτα τα μαραφέτια". Δεν πρόκανε ν’ αποσώσει το λόγο του, αρπάζω το ποντίκι, το χώνω προστατευτικά στον κόρφο μου και κατρακυλώ πέντε-πέντε τα σκαλοπάτια του χαγιατιού. 

Ο αδερφός μου ο Γιώργης δε μ’ ακολούθησε, θες γιατί δεν τόλμησε να εναντιωθεί, πλησίασε τον πατέρα, του παράδωσε την τρομπέτα κι έμεινε να τον κοιτάζει μ’ ανοιχτά τρομαγμένα μάτια. Κείνος τη χούφτωσε, τη στράβωσε μέσα στην πετρωμένη παλάμη του κι απέ την πέταξε στο τζάκι. "Να, λεχρίτες"! Έκανε. "Για να μάθετε να ξοδεύετε τον παρά σας σε τέτοια παλιοπράματα. Χάθηκε ν’ αγοράστε μπρέ, κάνα τετράδιο, κάνα μολύβι"; 

Ήταν η πρώτη φορά που αντικρίστικα με την τύφλωση της εξουσίας κι αναστατώθηκα. Πού να ‘ξερα πως σ’ ολόκληρο το βίο μου μ’ αυτήνα θ’ αντιπάλευα... 



Η μάνα μου ήταν τρυφερή και υπομονετική γυναίκα. Η κακοτροπιά του άντρα της την έκανε να στέκει πάντα σούζα, με τον καλό λόγο και το χαμόγελο στ’ αχείλι: "Στον αράθυμο τον άντρα, έλεγε, σα δεν εναντιώνεσαι τον έχεις σκλάβο". Τώρα τί σόι σκλάβο είχε τον πατέρα, μονάχα κείνη το ’ξερε που έκανε μαζί του ένα λόχο παιδιά. 

Ωστόσο μια φορά, μια και μοναδική, του εναντιώθηκε. Τον είδε να με χτυπάει με τόση μανία, που το αίμα έτρεχε βρύση από τη μύτη και το στόμα μου. Τότες μπήκε στη μέση, άνοιξε τα χέρια της σαν φτερούγες και με δακρυσμένα μάτια του είπε τρομαγμένη: "Άμοιρε, θα το χαλάσεις το σπλάχνο σου"! 



Αιτία του άγριου ξυλοδαρμού ήταν ένα μεταλλίκι. Μου το είχε δώσει ο πατέρας για να πάω στον μπακάλη ν’ αγοράσω αλάτι. Ήξερα τί με περίμενε αν το ‘χανα, γι’ αυτό και το κράταγα σφιχτά στην ιδρωμένη μου παλάμη. Οπόταν στο δρόμο, να και πέφτω μπροστά σ’ ένα γύφτο με μια μαϊμού, μια κοκκινόκολη, ξύπνια σουσουραδίτσα, που παράσταινε πότε το δάσκαλο, πότε τη δεσποινίδα και πότε το φαρμακοτρίφτη. Ήταν πολύ, πάρα πολύ αστεία. Κόσμος είχε κάνει κύκλο γύρω της και χάζευε. Την ώρα της πλερωμής οι περισσότεροι σκορπίσανε. Ήρθε τότες η μαϊμού, στάθηκε μπροστά μου μ’ απλωμένο το ντέφι. Τα μάτια μας αντάμωσαν. Δε βάσταξα, ξέσφιξε η χούφτα μου από μόνη της και τίγκ, τάγκ,τόγκ, κύλησε μέσα στο ντέφι το μεταλλίκι μου. 



Όταν γύρισα στο σπίτι μ’ αδειανά τα χέρια δεν είπα την αλήθεια, είπα μονάχα πως έχασα τα λεφτά. Αυτό ήταν. Είδα τον πατέρα μου ν’ αγριεύει τόσο, που τρόμαξα κι έδωσα ένα σάλτο από το ανώι και βρέθηκα κάτω στο δρόμο με κίνδυνο να σκοτωθώ. 

Όμως ούτε και αυτή η πράξη της απελπισίας μου δεν τον συνέφερε. Με κυνήγησε, κι όταν με τσάκωσε ένας γείτονας ο Χαμπέρογλου, και με παρέδωκε, άρχισε να με χτυπάει όπου έβρισκε. Από κείνη την ημέρα, όσες φορές έβλεπα οργισμένο τον πατέρα, άνοιγα τα καλομοπόδαρά μου και κατουριόμουνα. Κι όμως ήρθε εποχή που του τα συγχώρεσα όλα τούτα τα φερσίματά του. Μονάχα κεινού του ξένου, του Χαμπέρογλου, την επέμβαση ούτε την κατάλαβα ούτε και τη συχώρεσα ποτέ. 



Στο σπίτι δύο εξουσίες υπολογίζαμε όλοι: του Θεού και του πατέρα, γιατί μ’ αυτές είχαμε δέσει την ύπαρξή μας. Τη μάνα μας τήνε βλέπαμε σαν το σκεπασμένο ήλιο, που τονέ μαντεύεις, μα οι αχτίδες του δε φτάνουνε ίσαμε σένα να σε ζεστάνουνε. Ποτέ της δεν έβρισκε καιρό να μας χαϊδέψει, να μας πάρει στα γόνατά της και να μας πει ένα παραμύθι. Ξύπναγε ολοχρονίς χαράματα, άναβε φωτιά, έστηνε τσουκάλι, να προκάνει τόσα στόματα. Ύστερα είχε πάντα στην κούνια κ’ ένα μυξάρικο να τσιρίζει. Είχε να φροντίσει τα ζωντανά, να βάλει σκάφη, να ζυμώσει, να πλύνει, να γυροφέρει το νοικοκυριό, να πιάσει βελόνι· όλο το χωριό μιλούσε για την πάστρα και τη νοικοκυροσύνη της. 



Η αλήθεια είναι πως και το γέρο μου τον σέβονταν ο κόσμος, γιατί κρατούσε λόγο, ήταν τίμιος στο αλισβερίσι, φιλόξενος και προκομμένος. Τόνε σήκωνε πολύ κ’ η αρχοντοκαμωσιά του, ψηλόλιγνος καθώς ήτανε και σγουρομάλλης, με βαθιά γαλάζια μάτια και στρωτά γερά δόντια, που τα πήρε ατόφια στον τάφο του. Για τούτο και καμάρωνα όταν οι γειτόνισσες λέγανε στη μάνα μου: "Ο γιος σου, ο Μανώλης, είναι φτυστός ο μπάρμπα Δημητρός". 

Νύχτα, με τ’ άστρα σηκωνόταν ο πατέρας απ’ το γιατάκι του. Πρωτόβαζε τη φέσα του κι απέ την τσόχινη βράκα του, τα τουζλούκια και τα ποδήματά του. (Κάλτσες δε φορούσε· έλεγε πως τον στενοχωρούσανε και τον βλάφτανε στην υγειά του). Νιβόταν με θόρυβο. Έκανε το σταυρό του μπρος στα κονίσματα. Καψάλιζε λίγο σταρένιο ψωμί στη θράκα, το βουτούσε στο μπρούσκο και το ‘κανε κρασοψυχιά, έτρωγε και καμιάν ελιά, φτούσε το κουκούτσι και λίγες βρισιές μαζί για το γούρι, και ξεκινούσε στητός κι ανάλαφρος για τα χτήματα. 

Δούλευε δεκάξη με δεκαοχτώ ώρες δίχως να ξαποστάσει. Σήκωνε μοναχός του γομάρια εξήντα εβδομήντα οκάδες, μα ποτέ δεν τον άκουγες να βαρυγκομήσει. Η τσάπα και τ’ αλέτρι γίνονταν υπάκουα στο χέρι του. Τα ζωντανά τον τρέμανε και τον αγαπούσανε συνάμα, γιατί τα φρόντιζε περσότερο απ’ όσο φρόντιζε εμάς. Με το σούρουπο γύριζε στο σπίτι δίχως να σταθεί σε καφενέ. Έπιανε το μπουκάλι το ρακί, κατέβαζε κάμποσες γερές ρουφηξιές, έτρωγε το φαΐ που του φύλαγε η μάνα. Κατά την περίσταση, έδερνε δυο τρεις από μας κ’ έπεφτε μπαϊλντισμένος στον ύπνο, να ρουχαλίζει και να τρέμει ο τόπος. 



Κουβέντα δεν τού ‘παιρνες ούδε Κυριακή ούδε χρονιάρα μέρα. Κανένας μας δεν τολμούσε να μιλήσει μπροστά του· είχαμε μάθει να τα λέμε όλα με τα μάτια, τους θυμούς, το παράπονο, τις πονηριές ή τις χαρές μας. Μόνο σαν τύχαινε να βρίσκεται στα κέφια του, Κυριακή, που καθόμαστε ολόκληρη η φαμελιά σε τραπέζι, τότες τ’ άρεζε να σηκώνει εμένα που μ’ έβλεπε πάντα σαν τον γραμματιζούμενο του σπιτιού, να λέω το "Πάτερ ημών". Δεν καταλάβαινα γρι απ’ ό,τι έλεγε τούτη η προσευχή, και μια μέρα είπα στη μάνα μου: Το "Πατ", μπρε μάνα, ξέρω τί θα πει. Μα κείνο το "ερημών" με μπερδεύει…



Πηγήin.gr/life/culture

Photo 










Δευτέρα 25 Μαΐου 2026

Τώρα οι επιστήμονες το λένε "limerence"

 

" Έχω τόσα πολλά, και το αίσθημά μου για εκείνη τα κατασπαράζει όλα. Έχω τόσα πολλά και δίχως εκείνη όλα μου είναι τίποτα.
Το αίσθημά μου τα καταπίνει όλα. Χωρίς αυτήν όλα εκμηδενίζονται", έγραφε (το 1774) ο Γιόχαν Βόλφγκανγκ φον Γκαίτε στο μυθιστόρημα " Τα πάθη του νεαρού Βέρθερου ",  που κυκλοφορεί και πάλι  στα ελληνικά  από τις εκδόσεις Άγρα  (πρώτη έκδοση το  1994). Στον έρωτα του για την  Σαρλότε Μπουφ, ο  Βέρθερος ξοδεύεται αδυνατώντας να προσαρμοστεί στην πραγματικότητα, μέχρις ότου, μοναχικός, πληγωμένος και παράφορος, γίνεται αυτόχειρας.

Πρόκειται για μια κατάσταση που περιγράφεται συχνά ως εμμονικός έρωτας, ένα πάθος από το οποίο δεν μπορούμε να απαλλαγούμε, μια συνθήκη κατά την οποία  ο άλλος άνθρωπος αντιπροσωπεύει και μονοπωλεί την προσδοκία και την ανάγκη να νιώσουμε επιτέλους  επαρκείς (good enough, "αρκετοί"), επιθυμητοί και ασφαλείς.


Σχεδόν δυόμισι αιώνες αργότερα, οι ψυχολόγοι χρησιμοποίησαν μια καινούργια (αμετάφραστη) λέξη, έναν νέο "όρο" για να περιγράψουν αυτήν τη συνθήκη: limerence*Πρόκειται για κάτι που δεν είναι ακριβώς έρωτας, επιθυμία ή αγάπη, αλλά μια εμμονή που καταπίνει τα πάντα. Ο άλλος άνθρωπος γίνεται το κέντρο του εσωτερικού μας κόσμου. Τον εξιδανικεύουμε και τον σκεφτόμαστε διαρκώς. Μπροστά του νιώθουμε άγχος, αμηχανία ή/και σωματική ένταση. Η διάθεσή μας εξαρτάται υπερβολικά από τη συμπεριφορά του. Η παραμικρή ένδειξη ενδιαφέροντος μπορεί να μας γεμίσει ευφορία, ενώ η  αδιαφορία ή η απόσταση οδηγεί σε μια απόγνωση που μπορεί να μας διαλύσει. Υπάρχει έντονη ανάγκη να νιώσουμε μοναδικοί και αναντικατάστατοι για εκείνον (κάτι που δεν μας συμβαίνει με άλλους ανθρώπους). Φανταζόμαστε συχνά ότι το πάθος γίνεται αμοιβαίο, ενώ η αβεβαιότητα κάνει τα συναισθήματα ακόμη πιο δυνατά. 


Ο όρος "limerence" επινοήθηκε, κατά την δεκαετία του '70, από την Αμερικανίδα ψυχολόγο Ντόροθι Τένοβ (Dorothy Tennov), η οποία μελέτησε ανθρώπους με επίμονες, σχεδόν καταναγκαστικές σκέψεις γύρω από ένα πρόσωπο που επιθυμούσαν έντονα. Εκτός από εμμονή, το limerence χαρακτηρίζεται επίσης και από υπερανάλυση της παραμικρής αλληλεπίδρασης με το άλλο πρόσωπο, η οποία διακατέχεται από αβεβαιότητα**Πολλοί άνθρωποι περιγράφουν αυτήν την εμπειρία ως μια μορφή συναισθηματικής εξάρτησης, όπου η καλή διάθεση εξαρτάται από μικρά σημάδια προσοχής, ενώ η καθημερινότητα περιστρέφεται γύρω από την προσδοκία μιας επαφής ή μιας επιβεβαίωσης.

Το limerence εμφανίζεται συχνότερα σε σχέσεις ασαφείς και ανολοκλήρωτες με άτομα χωρίς συναισθηματική ανταπόκριση (μη διαθέσιμα), καθώς η έλλειψη ξεκάθαρης ανταπόκρισης μπορεί να ενισχύσει ακόμη περισσότερο την προσκόλληση. Πολλές φορές μάλιστα, δεν αφορά τόσο τον πραγματικό άνθρωπο όσο την εικόνα που έχουμε δημιουργήσει γι' αυτόν. Σε μια τέτοια κατάσταση, οι αντιφάσεις, τα όρια και οι πραγματικές απαιτήσεις  του εξαρτημένου μένουν στο περιθώριο, ενώ κυριαρχεί η προσδοκία να συμβεί κάτι που θα μας "λυτρώσει" συναισθηματικά.      

Αυτή η συνθήκη μοιάζει τόσο σαγηνευτική γιατί ο εγκέφαλος φαίνεται να λειτουργεί σε μια διαρκή κατάσταση αναμονής της ανταμοιβής***Μικρές στιγμές αποκτούν δυσανάλογη ένταση, ενώ η απόρριψη βιώνεται σχεδόν σωματικά. Αυτό δεν σημαίνει πως τα συναισθήματα είναι λιγότερο αληθινά, η ένταση τους όμως δεν σχετίζεται με την συναισθηματική οικειότητα ή την αγάπη.

Η ψυχολογία συνδέει το limerence με την ανασφάλεια που πηγάζει από έναν αγχώδη τύπο προσκόλλησης****Πρόκειται για έναν τρόπο σύνδεσης που κυριαρχείται από έντονο φόβο απόρριψης και εγκατάλειψης. Έτσι, ακόμη και μικρά σημάδια ενδιαφέροντος μπορούν να αποκτήσουν τεράστια σημασία, ενώ η απόσταση και η αβεβαιότητα βιώνονται πολύ πιο έντονα. Το limerence συνδέεται επίσης με χαμηλή αυτοεκτίμηση και έντονη ανάγκη επιβεβαίωσης, όπου ο άλλος άνθρωπος μοιάζει να ταυτίζεται με την προσδοκία να νιώσουμε επιτέλους επαρκείς, αρκετοί (good enough), επιθυμητοί, και τελικά ασφαλείς.

Τέτοιες εμπειρίες υπάρχουν στην λογοτεχνία και τον κινηματογράφο, από τον Βέρθερο μέχρι τις σύγχρονες ρομαντικές σειρές, ίσως γιατί ο πολιτισμός μας παρουσιάζει συχνά την εμμονή ως απόδειξη "αληθινής" αγάπης και μεγάλου "έρωτα". Στις περισσότερες από αυτές τις περιπτώσεις όμως, το ζητούμενο δεν είναι αυτός καθεαυτός -ως πρόσωπο- ο άλλος. Όταν η εναγώνια αναζήτηση της χαμένης αυτοεκτίμησης ακολουθεί δρόμους που δεν οδηγούν πουθενά, η "συνταγή" δεν πετυχαίνει σχεδόν ποτέ. Η αγάπη δεν μπορεί να μοιάζει μόνο με αγωνία. Ο έρωτας δεν μπορεί να σημαίνει ότι χάνουμε τον εαυτό μας με τέτοιο δραματικό τρόποΚαι τελικά, ίσως η πιο δύσκολη πρόκληση σε όλη αυτή την ιστορία είναι να καταλάβουμε πότε επιθυμούμε πραγματικά έναν συγκεκριμένο άνθρωπο, και πότε ζητάμε να βρούμε ΕΚΕΙΝΟ που ΕΜΕΙΣ έχουμε προβάλει επάνω του, έχοντας την γενναιότητα να το δούμε κατάματα και να το διαχειριστούμε. 


Με αφετηρία (αρχική πηγή) ένα άρθρο της Έφης Ζέρβα στην ΕΡΤnews, με τίτλο "Εμμονικός Έρωτας: Ένα πάθος από το οποίο δεν μπορούμε να απαλλαγούμε", και πληροφορίες από The Guardian [state], Psychology Todayhealth.clevelandclinicBBC


Photo 1

Photo 2

Photo 3

Photo 4


Παραπομπές

* collins dictionarywiktionary

https://www.scribd.com/document/810191139/Limerance-by-Dorothy

** psychologytodaylivingwithlimerencesimplypsychologyLIFO

*** Βλ. επίσης σχετικά με τη νευροβιολογία του εμμονικού έρωτα (με την ντοπαμίνη και τους άλλους νευροδιαβιβαστές που προκαλούν εξάρτηση ανάλογη με εκείνη των εθιστικών ουσιών): The Neuroscience of Limerence: Why It Feels Like a Drug  [και απόδοση στα Ελληνικά ΕΔΩ

**** hedepysimplypsychology



Τετάρτη 4 Μαρτίου 2026

Όταν η συμπόνια γίνεται παγίδα (στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και όχι μόνο...)


Σύμφωνα με την σύγχρονη Νευροεπιστήμη, υπάρχουν κάποια άτομα τα οποία χαρακτηρίζονται από μια νευροαπόκλιση που τα κατατάσσει σε μια ιδιαίτερη κατηγορία ως άτομα υψηλής ευαισθησίας (Highly Sensitive Persons - HSP). Ένα HSP χαρακτηρίζεται από αυξημένη ανταπόκριση στα περιβαλλοντικά ερεθίσματα, κάτι που πιστεύεται ότι οφείλεται σε μια εγγενή ιδιαιτερότητα του κεντρικού νευρικού του συστήματος, το οποίο επεξεργάζεται με έναν ιδιαίτερο τρόπο τα διάφορα σωματικά, συναισθηματικά και κοινωνικά ερεθίσματα, τόσο ως προς την ένταση όσο και ως προς το βάθος.

Τα άτομα αυτά αποτελούν περίπου το 20% του πληθυσμού, βιώνουν τον κόσμο πιο έντονα, διαθέτουν μεγάλη ενσυναίσθηση, δημιουργικότητα και διαίσθηση, ενώ συχνά υποφέρουν από υπερφόρτωση, για την αντιμετώπιση της οποίας καταφεύγουν στην απομόνωση.


Όπως γράφει ο Ελληνο-Ιταλός ψυχολόγος Raffaello Saracini, για τα Άτομα Υψηλής Ευαισθησίαςη συμπόνια δεν είναι απλώς ένα συναίσθημα. Είναι τρόπος ύπαρξης. Είναι μια φυσική τάση να αντιλαμβάνονται βαθιά τον πόνο, τις ανάγκες και τις λεπτές αποχρώσεις των άλλων. Αυτό που για πολλούς είναι μια εικόνα που απλώς περνά, για έναν άνθρωπο υψηλής ευαισθησίας γίνεται εμπειρία -σωματική, συναισθηματική, υπαρξιακή. Και εδώ ακριβώς βρίσκεται ο κίνδυνος του ψηφιακού κόσμου.

Οι ψηφιακές πλατφόρμες όπως το Facebook και το Instagram δεν ξεχωρίζουν ποιος βλέπει. Δεν γνωρίζουν ποιος έχει ένα νευρικό σύστημα πιο ανοιχτό, πιο δεκτικό, πιο ευάλωτο στα ερεθίσματα. Ο αλγόριθμος απλώς φέρνει μπροστά σου εικόνες που τραβούν την προσοχή. Ένα άρρωστο παιδί. Ένας άνθρωπος που πεινά. Μια τραγωδία. Για έναν Άνθρωπο Υψηλής Ευαισθησίας, αυτό δεν είναι απλώς μια πληροφορία. Είναι κάτι που μπαίνει μέσα του.

Όμως, η ενσυναίσθηση δεν δημιουργήθηκε για την απεριόριστη έκθεση. Δημιουργήθηκε για την εγγύτητα. Η ανθρώπινη ικανότητα να νιώθουμε τον άλλον έχει νόημα όταν υπάρχει σχέση, παρουσία, δυνατότητα πράξης. Όταν ο άλλος είναι μπροστά μας και μπορούμε να τον αγγίξουμε, να μιλήσουμε, να φροντίσουμε, να βοηθήσουμε. Εκεί η ενσυναίσθηση γίνεται συμπόνια με κατεύθυνση.

Στο ψηφιακό περιβάλλον, η εγγύτητα καταργείται αλλά η ενσυναίσθηση ενεργοποιείται κανονικά. Το νευρικό σύστημα αντιδρά σαν να βρίσκεται μπροστά στο γεγονός, ενώ στην πραγματικότητα δεν υπάρχει καμία δυνατότητα συμμετοχής. Και τότε αρχίζουν να θολώνουν τα όρια. Τι είναι δικό μου συναίσθημα και τι δεν είναι; Τι μπορώ να αντέξω και τι με ξεπερνά; Πού τελειώνει ο κόσμος και πού αρχίζω εγώ;

Χωρίς να το καταλάβει, το άτομο υψηλής ευαισθησίας αρχίζει να κουβαλά μέσα του πόνο που δεν του ανήκει. Να επιβαρύνει το ήδη ευαίσθητο νευρικό του σύστημα με εικόνες, ιστορίες και δράματα, για τα οποία δεν έχει καμία δυνατότητα πράξης. Αυτό δεν οδηγεί σε περισσότερη ανθρωπιά. Οδηγεί σε εξάντληση, ενοχή, συναισθηματική σύγχυση.

Για τα Άτομα Υψηλής Ευαισθησίας, η αυτοσυμπόνια δεν είναι πολυτέλεια. Είναι όριο. Είναι προστασία. Η ουσιαστική συμπόνια χρειάζεται εγγύτητα, επιλογή και κατεύθυνση. Να γνωρίζω πού τοποθετώ το συναίσθημά μου και πού επιλέγω να μην το τοποθετήσω. Γιατί, όταν η ενσυναίσθηση ενεργοποιείται χωρίς εγγύτητα, η συμπόνια χάνει το νόημά της. Και όταν σκορπίζεται παντού, στο τέλος δεν μένει αρκετή για εκεί που πραγματικά χρειάζεται: στον ίδιο τους τον εαυτό.


Πηγές:


Photo at psychology.gr/bookstore (βιβλίο της Elaine Aron*, εκδόσεις Ίριδα)

https://hsperson.com