Ετικέτες
- "Ινδιάνοι"
- (Αντι)περιβαλλοντικό Νομοσχέδιο
- ΑΑ
- Άγρια ζωή
- Αναδημοσιεύσεις
- Αναδημοσιεύσεις από Gatouiti
- Απόψεις
- Άρθρα
- Βιβλία
- Γ.Χ
- Για σχολεία και εκπαιδευτικούς
- Γκρεκάνικα
- Γούνα
- Δελτία τύπου
- Ελεφαντες
- Εναλλακτική Ποίηση
- Επιδημίες
- Ευλογιά προβάτων
- Ευρετήριο για δελφίνια
- Ιστορικό δελφιναρίου Αττικού Πάρκου
- Ιχθυοκαλλιέργειες
- Καταφύγια και "καταφύγια"
- ΚΙΝΣΤΕΡΝΑ
- Κλιματική Κρίση
- Λιλιπούπολη
- Λογοτεχνικά
- Λογοτεχνικά γραμμένα από μένα
- Μαριανίνα
- Μάς αρέσουν και προτείνουμε
- Μίκης Θεοδωράκης
- Μουσική
- Ντίνος Χριστιανόπουλος
- Ο θεός των μικρών πραγμάτων βρίσκεται παντού
- ΟΡΚΑ
- Παγκόσμιες μέρες
- Πάσχα
- Πλατωνι
- Προς το παρόν αταξινόμητα
- Πρόσφυγες
- Πυρκαγιές
- Ραδιόφωνο
- Σαββοπουλος
- Σαν σήμερα
- Σύνδεσμοι
- Συνταγές μαγειρικής
- Φολέγανδρος
- Φυσητήρες
- A Guidebook for Dolphin Defenders
- Animal Protection Laws in Greece
- Animal Rights
- Aquatic Animals
- Ask the vet
- Birds
- Conspiracy Theories
- Documentaries
- Dolphin Captivity
- Dolphin Captivity in Greece
- Dolphins
- Factory Farming
- George Monbiot
- Human Rights
- Insects
- Links
- Pet Food
- Peter Singer
- Pets
- Portraits
- Protests
- Psychology
- Social Media
- Trouble
- Ucraine
- Wild life trade
- Zoos
Σάββατο 4 Μαΐου 2024
Η Μεγάλη βδομάδα του Νίκου Γκάτσου
"I am as a dolphin born into a concrete pool; who has never known anything better yet yearns for the open sea; Perhaps a seabird's feather once landed in my pool; and instinct knew the odour of the place where I should be"...
Τρίτη 4 Μαΐου 2021
Η οικολογία του μαρουλιού, του αρνιού, των αυγών και της μαγειρίτσας
[Update: Short version εδώ]
Μια φορά κι' έναν καιρό, πριν από δηλαδή σχεδόν 50 χρόνια, τόσο το χειμώνα όσο και την άνοιξη, δεν υπήρχαν φρέσκες τομάτες. Στο Χριστουγεννιάτικο τραπέζι υπήρχαν λαχανοντολμάδες, γιατί το χειμώνα ήταν άφθονα τα λάχανα. Κάθε χειμώνα, διαθέσιμο κρέας ήταν το χοιρινό, καθώς τα γουρούνια, που είχαν τραφεί με τα υπολείμματα των γεωργικών δραστηριοτήτων των προηγούμενων μηνών, είχαν μεγαλώσει αρκετά και ήταν πλέον προβληματική η συντήρησή τους.
Μια φορά κι' έναν καιρό, εντατικοποιημένη γεωργία και κτηνοτροφία δεν υπήρχε και τα γιδοπρόβατα ξεχειμώνιαζαν στις στάνες και τα μαντριά. Γεννούσαν τον Ιανουάριο, το μήνα που τον έλεγαν Γενάρη, σε μια εποχή με χιόνια που τα κοπάδια δεν μπορούσαν ακόμη να βγούν για βοσκή. Κάθε χειμώνα, οι κτηνοτρόφοι έπρεπε να αγοράζουν την τροφή για τα ζωντανά τους και, για να τα βγάλουν πέρα, ήταν αναγκασμένοι να μειώσουν τον πληθυσμό των κοπαδιών. Με την αναγκαστική μείωση του αριθμού των γιδοπροβάτων υπήρχε προσφορά κρέατος το οποίο έπρεπε να καταναλωθεί, κι έτσι η Παράδοση συντονιζόταν με αυτό. Στις 11 Φεβρουαρίου, στα χωριά, γιόρταζαν τον Άγιο Βλάσιο (προστάτη του κοπαδιού από τους λύκους και τα άλλα αρπακτικά), τρώγοντας φαγητά από κρέας προβάτων και κατσικιών. Το Τριώδιο συνδεόταν με το φαγοπότι και διαρκούσε τρεις εβδομάδες. Η δεύτερη εβδομάδα του Τριωδίου, η "Κρεατινή", ήταν η μόνη εβδομάδα του χρόνου όπου η κατανάλωση κρέατος επιτρεπόταν κάθε μέρα, ακόμα και την Τετάρτη και την Παρασκευή. Η Τσικνοπέμπτη πήρε το όνομά της από την τσίκνα που έβγαινε στο σπίτι με το ψήσιμο κρέατος.
Την τρίτη εβδομάδα του Τριωδίου, την "Τυρινή", ο κόσμος ξεκινούσε να "αποκρεύει", σταματούσε δηλαδή να τρώει κρέας, ενώ παράλληλα, τα χιόνια άρχιζαν να λιώνουν, η θερμοκρασία να ανεβαίνει, και τα φυτά να μεγαλώνουν. Όσο πλησίαζε η άνοιξη, άφθονα φυτά ήταν πλέον διαθέσιμα για την βόσκηση των κοπαδιών, ενώ η Σαρακοστή απαγόρευε την κατανάλωση κρέατος, πράγμα σοφό, καθώς η σφαγή των ζώων την εποχή που αυξάνονταν σε βάρος θα ήταν μεγάλη σπατάλη, ενώ η επάρκεια των φυτών θα μπορούσε να αξιοποιηθεί και από τους ανθρώπους, σε όλη την περίοδο της νηστείας. Το πρώτο Σάββατο της Σαρακοστής (των Αγίων Θεοδώρων), το έθιμο συνιστούσε χορτόπιτες, όπως επίσης και των Αγίων Σαράντα (9 Μαρτίου), με τις "σαραντόπιτες", καθώς επίσης και με διάφορα φαγητά από σαράντα ειδών χόρτα και όσπρια.
Μετά το τέλος Μαΐου, τελείωναν οι βροχές, και τα ποώδη φυτά που εντωμεταξύ είχαν ανθίσει, ήταν έτοιμα να κλείσουν τον κύκλο της ζωής τους, να κάνουν σπόρους και να ξεραθούν, ενώ το μακρύ, θερμό και άνυδρο μεσογειακό καλοκαίρι που ετοιμαζόταν να ακολουθήσει, προμήνυε νέα έλλειψη βοσκής για τα κοπάδια. Έπρεπε λοιπόν ο αριθμός των γιδοπροβάτων για μια φορά ακόμα να μειωθεί, προτού οι τροφές ελαχιστοποιηθούν και πάλι. Η μείωση αυτή γινόταν κυρίως το Πάσχα, όπου το ψήσιμο του αρνιού ήταν έθιμο ολόκληρης της Ελλάδας, και συνεχιζόταν ως το τέλος Μαΐου. Του Αγίου Γεωργίου, σε πολλά χωριά πήγαιναν ένα αρνί στην εκκλησία, το διάβαζε ο παπάς κι έπειτα το έσφαζαν και το ετοίμαζαν αμέσως για τον φούρνο. Στη γιορτή του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου (8 Μαΐου) έσφαζαν αρνιά στην εκκλησία, και το ίδιο έθιμο ίσχυε Κωνσταντίνου και Ελένης (21 Μαΐου). Νηστεία από κρέας τον Μάιο και τον Ιούνιο ήταν αδιανόητη γιατί, σε μια τέτοια περίπτωση, πολλά πρόβατα και γίδια θα ήταν καταδικασμένα να πεθάνουν το ερχόμενο καλοκαίρι από ασιτία, καθώς τόσο η τροφή όσο και το νερό δεν θα έφταναν για να τα συντηρήσουν.
Η μαγειρίτσα της Ανάστασης είναι μια σούπα φρικασέ (fricassée), φτειαγμένη με τα διαθέσιμα ζαρζαβατικά της εποχής, φρέσκα κρεμμυδάκια και μαρούλια, που αξιοποιούσε επίσης όλα τα εντόσθια του ζώου, γιατί τότε τίποτα δεν έπρεπε να πάει χαμένο. Τα αγγούρια έβγαιναν μετά τον Ιούνιο, και οι ντομάτες, οι πιπεριές, τα κολοκυθάκια και οι μελιτζάνες ήταν καλοκαιρινά ζαρζαβατικά, έτσι στα τραπέζια του καλοκαιριού μπορούσες να βρεις χωριάτικη σαλάτα, μπριαμ, γεμιστά και μουσακά.
Στη φύση, τα πουλιά ζευγαρώνουν κάθε αρχή της άνοιξης. Η αναπαραγωγή τους είναι συγχρονισμένη, έτσι ώστε οι απόγονοι να γεννηθούν εγκαίρως στις αρχές της ευνοϊκής περιόδου, και να μεγαλώσουν κατά την εποχή της αφθονίας, για να είναι σε πλήρη ανάπτυξη με τον ερχομό της δυσμενούς περιόδου. Τα χελιδόνια προχωρούν στο ζευγάρωμα και στην επώαση των αβγών τους, αμέσως μετά τον ερχομό τους από το Βορά, γιατί μόνον έτσι θα καταφέρουν να είναι έτοιμα, το φθινόπωρο, για το επόμενο μεγάλο ταξίδι προς τον Νότο. Ο συγχρονισμός στην αναπαραγωγή και στις μετακινήσεις των πουλιών έχει να κάνει με τη διάρκεια της ημέρας που είναι το μόνο σταθερό "σημείο αναφοράς", σε αντίθεση με την θερμοκρασία που δεν είναι πάντα προβλέψιμη. Έτσι, κάθε άνοιξη, το μεγάλωμα της ημέρας και το φως είναι το εναρκτήριο σήμα για τα πουλιά να αρχίσουν το ζευγάρωμα, μια και η εποχή της αφθονίας πλησιάζει.
Οι κότες (τα πιο κακοποιημένα -ίσως- και ταπεινωμένα και υποβαθμισμένα πλάσματα αυτής της γης), αν και τώρα πια δεν πετούν, είναι κι' αυτές πουλιά. Έτσι, μια φορά κι' έναν καιρό, στα χωριά, οι κότες έκαναν πολλά αβγά την άνοιξη. Και ήταν λογικό να βρεθεί, μέσα στην οικονομία του Χρόνου και της Παράδοσης, ένας τρόπος αξιοποίησης της υπερπαραγωγής των αβγών αυτή την εποχή, δηλαδή το Πάσχα. Μια φορά κι' έναν καιρό, οι ορθόδοξοι Χριστιανοί νήστευαν τουλάχιστον 180 - 200 ημέρες το χρόνο, το κρέας, τα αυγά, τα γαλακτομικά, ακόμη και το λάδι.
Σήμερα, η γεωργία και η κτηνοτροφία έχουν "εντατικοποιηθεί". "Σαλάτα εποχής" δεν υπάρχει πια γιατί όλες οι σαλάτες περιέχουν, όλο το χρόνο, τα ίδια συστατικά. Στο τραπέζι υπάρχει τώρα, όλο το χρόνο, κάθε μέρα, κρέας. Σήμερα, που "αυξηθήκαμε και πληθύναμε και κατακυριεύσαμε τη γη", ελάχιστοι είναι πια αυτοί που νηστεύουν κάθε Σαρακοστή. Όλοι όμως ισχυρίζονται ότι θυμούνται και τιμούν τις παραδόσεις, ιδίως εκείνη του αμνού και των κόκκινων αυγών. Τα Χριστούγεννα και το Πάσχα τρώμε πάλι κρέας, περισσότερο κρέας. Και, όποιος τύχει να περάσει έξω από ένα πτηνοτροφείο τη νύχτα, θα δει τα φώτα μέσα αναμμένα. Πρόκειται για ένα "έξυπνο κόλπο" που έχει σκοπό να ξεγελάσει τις κότες, αυτά τα έρμα και σκότεινα και βασανισμένα πουλιά που, κάθε μέρα, νομίζουν ότι ήρθε η άνοιξη και κάνουν περισσότερα αβγά, γιατί ο σημερινός κόσμος της επίπλαστης αφθονίας, αυτός ο κόσμος που νομίζει ότι έχει υποτάξει τους Νόμους της Φύσης και έχει παραδώσει την Παράδοση στους νόμους της Κατανάλωσης και της Αγοράς, θέλει αυγά, πολλά αυγά, όλο το χρόνο και κάθε μέρα.
Με πληροφορίες από άρθρα του Νίκου Μάργαρη με τίτλο "Το αρνί, το Πάσχα και τα κόκκινα αυγά - Η οικολογική ερμηνεία των διατροφικών συνηθειών μας" στο ΒΗΜΑ (10 Απριλίου 1999) και ΝΗΣΤΕΙΕΣ και ΣΥΝΤΑΓΕΣ, της φύσης επιταγές, επίσης στο ΒΗΜΑ (25 Νοεμβρίου 2008)
ΥΓ1.
Το παραπάνω άρθρο είναι βασισμένο σε πληροφορίες από το δημοσίευμα του
Νίκου Μάργαρη, εκφράζει όμως και κάποιες από τις δικές μου απόψεις. Σχετικά με τις αντιρρήσεις προς το έθιμο του Πάσχα και τη θυσία των αμνών, η συμπόνοια και η φιλοσοφία του βιγκανισμού είναι η περισσότερο διαδεδομένη οπτική, υπάρχει όμως και αυτή της οικολογίας. Ας μην ξεχνάμε ότι η διατροφική κουλτούρα που συνδέεται άμεσα με τα έθιμα και τις παραδόσεις, σε διάφορους λαούς και διάφορες εποχές, είναι άμεσα εξαρτημένη από τις γεωγραφικές ιδιαιτερότητες, την βλάστηση και το κλίμα της περιοχής τους. Ας μην ξεχνάμε επίσης ότι, στις άγονες περιοχές της Ελλάδας (βλέπε για παράδειγμα Μικρές Κυκλάδες), όπου τα εδάφη είναι πετρώδη και η βλάστηση -όπως και η καλλιεργητική δυνατότητα- είναι φτωχή, η επιβίωση στηρίχτηκε στα αιγοπρόβατα, και κυρίως στις εγχώριες φυλές των κατσικιών. Εύλογα όμως μπορεί να αναρωτηθεί κανείς: τι είδους κουλτούρα αντιπροσωπεύουν όλοι αυτοί που, κάτω από τις σημερινές συνθήκες, επικαλούνται
τα "έθιμα" και τις "παραδόσεις", πάντοτε κάθε φορά που επιτρέπουν την
σπατάλη και την (υπερ)κατανάλωση, και ποτέ όταν επιβάλλουν την αυτοσυγκράτηση και τη νηστεία;
ΥΓ2. Ο Νίκος Μάργαρης ήταν καθηγητής Οικοσυστημάτων στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου, ειδικός στα Μεσογειακά Οικοσυστήματα. Ο πρώτος που έγραψε για οικολογία σε ελληνικές εφημερίδες και "αιρετικός" για κάποιους από τους οικολόγους της εποχής του, έχει ασχοληθεί, όσο κανένας άλλος, με τις πυρκαγιές [1, 2, 3, 4]. Διευθυντής της ελληνικής έκδοσης του περιοδικού National Geographic, μέχρι τον θάνατό του, και συγγραφέας, ήταν ένας άνθρωπος με πολύ ανοικτό μυαλό και αισθάνομαι ευγνώμων που είχα την τύχη, κάποτε στη Θεσσαλονίκη, να τον συναντήσω. -Κάκη Πριμηκύρη
"I am as a dolphin born into a concrete pool; who has never known anything better yet yearns for the open sea; Perhaps a seabird's feather once landed in my pool; and instinct knew the odour of the place where I should be"...
Δευτέρα 3 Μαΐου 2021
Η δική μου μαγειρίτσα
Τη δεύτερη φορά, επιχείρησα να εξαπατήσω τη μάνα μου, και το εγχείρημα εστέφθη με απόλυτη επιτυχία! Ήταν παραμονή πρωτοχρονιάς, όταν εμφανίστηκα στο σπίτι της με δύο κατσαρόλες στιφάδο, μία μεγάλη και μία μικρή. Η μικρή περιείχε αληθινό κρέας, και η μεγάλη σόγια κεμπάπ. Τα κρεμμυδάκια, η δάφνη, τα μπαχαρικά, η ντομάτα, το κρασί, και στις δύο εκδοχές ήταν όλα ίδια στην εντέλεια, έτσι όπως έπρεπε και όπως το έκανε εκείνη. Βάλαμε στοίχημα να ξεχωρίσει ποιο ήταν ποιο, και έχασε! Την τρίτη φορά ήταν Πάσχα και δοκίμασα να δω τι θα γίνει με τη μαγειρίτσα.
"Μμμμ... Έχεις βάλει μόνο συκωτάκια", ήταν η πρώτη παρατήρηση. "Ναι, αλλά είναι πολύ ελαφριά, πώς το έκανες αυτό;", ήταν η δεύτερη. "Σε χορταίνει και δε σε βαραίνει.", ήταν η τρίτη. Όλα τα χρώματα, τα αρώματα, ο εγκέφαλος, ο ιππόκαμπος, οι οσφρητικές μνήμες, τα συναισθήματα, η αμυγδαλή, οι συγκινήσεις, η Ανάσταση, ο άνιθος, η νοσταλγία, ο δυόσμος, η ανάκληση των αναμνήσεων στην εντέλεια. Θρίαμβος!
Με μια πρόχειρη αναζήτηση στο διαδίκτυο θα βρείτε πάρα πολλές συνταγές για μαγειρίτσα με μανιτάρια[*1]. Εγώ χρησιμοποιώ συνήθως τα άσπρα μανιτάρια τα στρογγυλά, μπορείτε να βάλετε όμως ό,τι θέλετε, φρέσκα ή και κονσέρβα. Οι περισσότεροι βάζουν μαρούλι ή και άλλα χόρτα, εγώ βάζω μόνο φρέσκα κρεμμυδάκια. Πολλά κρεμμυδάκια, να πρασινίσει ο τόπος!
Για τέσσερα άτομα θέλουμε: 1 πακέτο φρέσκα μανιτάρια, 1 φλυτζάνι ψιλή σόγια κιμά, 3/4 του φλυτζανιού ρύζι για γεμιστά, μπόλικο μαϊντανό - άνιθο - δυόσμο (μισό ματσάκι ή και ολόκληρο από το καθένα), φρέσκα κρεμμυδάκια 5-10 ή και περισσότερα (και τα πράσινα), 1 κύβο χορταρικών, μιάμιση κουταλιά της σούπας ταχίνι (ή 2 αυγά, αν δεν είστε βίγκαν), μπόλικο λεμόνι, αλάτι και πιπέρι, και ελαιόλαδο.
Μουσκεύουμε τη σόγια σε ζεστό νερό για μία ώρα, ξεπλένουμε και σουρώνουμε. Ρίχνουμε τη σόγια και τα μανιτάρια ψιλοκομμένα (μαζί και τα ποδαράκια τους) σε μια κατσαρόλα και βράζουν. Μόλις βράσουν, προσθέτουμε το ρύζι και τον κύβο χορταρικών. Αλατοπιπερώνουμε. Σβήνουμε τη φωτιά και αφήνουμε την κατσαρόλα στην άκρη.
Σε ένα τηγάνι τσιγαρίζουμε τα κρεμμυδάκια και τα λοιπά μυρωδικά. Όταν μαραθούν, τα ρίχνουμε στην κατσαρόλα μαζί με το λάδι τους, και ξαναβράζουμε μέχρι να γίνει μια πράσινη σούπα. Στο τέλος του βρασμού, μπορούμε να προσθέσουμε και 1-2 κουταλιές της σούπας νιφάδες βρώμης (που βοηθάει όλες τις σούπες να χυλώσουν καλύτερα).
Τέλος προσθέτουμε το ταχινολέμονο[*2] (ή το αυγολέμονο ή και σκέτο αλευρολέμονο με αλεύρι ή/και κόρν φλάουρ), σύμφωνα με την τεχνική του αυγολέμονου. Αφήνουμε για λίγο την κατσαρόλα κλειστή με την φωτιά σβησμένη, και σερβίρουμε, προσθέτοντας επιπλέον λεμόνι (ή και λάδι) κατά βούληση.
Καθώς ο βιγκανισμός είναι ένα κίνημα ανερχόμενο που, σε ολόκληρο τον δυτικό κόσμο, και στη χώρα μας, τα τελευταία χρόνια μεγαλώνει ολοένα και περισσότερο, παρακολουθώ, ιδίως τις ημέρες αυτές,
διάφορες συζητήσεις, αλλά και διαμάχες, σχετικές με την χορτοφαγία, που ποικίλουν σε ένταση και από τις δύο πλευρές, και
βλέπω ότι ο περισσότερος κόσμος νομίζει ότι όσοι δεν τρώνε κρέας
στερούνται μια μεγάλη απόλαυση και κάνουν μεγάλη θυσία! Δεν θα μπορούσα
να διαφωνήσω περισσότερο, γιατί εκείνο που λείπει από τους κρεοφάγους,
κατά τη γνώμη μου, δεν είναι τόσο η συμπόνοια όσο η φαντασία. Όχι, οι βίγκαν δεν τρώνε μόνο χόρτα και μαρούλια, όπως φαντάζονται μερικοί που έχουν συνηθίσει να τρώνε μόνο κρέας με πατάτες και κοτόπουλο με μακαρόνια! Υπάρχουν απίστευτα πολλοί συνδιασμοί στις χορτοφαγικές και τις βίγκαν συνταγές, και τεράστια ποικιλία, είτε σε πρωτότυπη μορφή (βλέπε κολοκυθόσουπα με πορτοκάλι), είτε σε βίγκαν παραλλαγή παραδοσιακών φαγητών (ή γλυκών) που ξέρουμε και που περιέχουν ζωικά προϊόντα.
Η ηθική και η συμπόνοια είναι ένας δρόμος για να γίνεις χορτοφάγος, αλλά όχι ο μόνος. Η χορτοφαγία δεν είναι στέρηση, ούτε νηστεία, είναι απλώς ένας διαφορετικός τρόπος απόλαυσης, και μάλιστα πολύ πιο ολοκληρωμένος και με πολύ περισσότερη φαντασία. Το γλέντι, σε όλους τους ανθρώπους, όλες τις εποχές, συνδιάζεται με φαγοπότι, και κανένας βίγκαν δεν ψυχαναγκάστηκε ποτέ να μείνει στερημένος ή και νηστικός τις γιορτές. Το ζήτημα δεν είναι τι τρώνε οι άλλοι, αλλά το τι εσύ επιλέγεις να φας. Και η αλλαγή στις προτιμήσεις δεν είναι απαραίτητο να γίνει με ενοχοποίηση. Αρκεί να συνειδητοποιήσεις ότι εκείνο που κάνει ένα γεύμα ελκυστικό δεν είναι το κρέας αλλά η ιστορία και το διατροφικό παρελθόν του καθενός, τα αρώματα, η μνήμη, τα βιώματα και οι συνδέσεις τους με τα συναισθήματα και τις αισθήσεις, κυρίως της όσφρησης, της γεύσης και τις αφής. Τότε θα συνειδητοποιήσεις επίσης ότι, στα φαγητά που μαγειρεύουμε, κάνουμε τα πάντα για να εξουδετερώσουμε τη φυσική μυρωδιά του κρέατος με μαρινάδες, καρυκεύματα και μπαχαρικά. Και ότι, αφαιρώντας το κρέας από τη διατροφή σου, δεν παραιτείσαι από καμία απολύτως απόλαυση, απλώς επεξεργάζεσαι τις συνδέσεις που ο εγκέφαλός σου έχει εκπαιδευτεί να κάνει χωρίς να το καταλάβεις, και βάζεις στη θέση τους άλλες συνδέσεις, καινούργιες.
Παραπομπές
[*1] Εδώ μία αντιπροσωπευτική εκδοχή από τον Ηλία Μαμαλάκη: eliasmamalakis.gr / Η πρώτη που είχα βρει είναι εδώ: elsarand.wordpress (2011) / Η δική μου είναι ακόμη παλιότερη και την οφείλω σε μια φίλη, που ΔΕΝ ήταν χορτοφάγος και μού την είχε προσφέρει για πρώτη φορά στις αρχές της δεκαετίας του 90.
[*2] Βάζουμε σ' ένα μπωλ το ταχίνι με τον χυμό του λεμονιού, και ανακατεύουμε με ένα κουτάλι. Ανακατεύοντας και χτυπώντας ελαφρά (όπως θα κάναμε για να χτυπήσουμε έναν κρόκο αυγού με ζάχαρη), βλέπουμε το ταχίνι να σφίγγει και προσθέτουμε λίγο λίγο νερό. Συνεχίζουμε για μερικά δευτερόλεπτα το χτύπημα και την προσθήκη του νερού, μέχρι το μίγμα να πάρει μια λεία βελούδινη όψη σαν μαγιονέζα. Τότε αρχίζουμε να προσθέτουμε λίγο λίγο ζωμό από την κατσαρόλα, ανακατεύοντας συνεχώς, μέχρι να γίνει μια υδαρής κρέμα. Ρίχνουμε την κρέμα στην κατσαρόλα και αναδεύουμε ελαφρά να πάει παντού, όπως θα κάναμε και με το αυγολέμονο. Πριν την ρίξουμε, προαιρετικά μπορούμε να προσθέσουμε και μια πρέζα κουρκουμά ή σκόνη από κρόκο Κοζάνης για να πάρει ένα ωραίο κίτρινο χρώμα. (Σημειωτέον ότι αυτή η κρέμα του λεμονιού με το ταχίνι είναι η βάση την οποία μπορούμε, στη συνέχεια, να εξελίξουμε σε διάφορα αλμυρά ή και γλυκά παρασκευάσματα - όπως μαγιονέζα, ταραμοσαλάτα, σκορδαλιά, μερέντα, άσπρη κρέμα ζαχαροπλαστικής και ό,τι άλλο μπορείτε να φανταστείτε - ανάλογα με τα επί πλέον υλικά που θα προσθέσουμε). / Υπάρχει επίσης και το πατατολέμονο (1 βρασμένη πατάτα πολτοποιημένη στο μπλέντερ με χυμό από 2 λεμόνια και 1,5 φλυτζάνι από τον ζωμό της σούπας), κάτι που δεν είχα σκεφτεί ποτέ μου και το βρήκα εδώ: vegantimes/vegan-magiritsa
Επιλεκτικές αναφορές
- VEGAN GUIDE GREECE -- team -- blogs -- facebook (ιδέες για το Πάσχα)
"I am as a dolphin born into a concrete pool; who has never known anything better yet yearns for the open sea; Perhaps a seabird's feather once landed in my pool; and instinct knew the odour of the place where I should be"...
Κυριακή 2 Μαΐου 2021
Πασχαλινές Αφηγήσεις ΣΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ
Ακούστε ΣΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ (FM 105.5) Πασχαλινές Αφηγήσεις. Διηγήματα Ελλήνων συγγραφέων, αναγνωσμένα από αγαπημένους ηθοποιούς. Το Πάσχα του 1945 και του 1946 μέσα από την πένα της Μέλπως Αξιώτη. Ένας μετουσιωμένος επιτάφιος θρήνος από τον Γιώργο Ιωάννου. Το λαϊκό, αθηναϊκό Πάσχα του Θωμά Γκόρπα. Τα επτά προσκυνήματα επιταφίων στον Βόσπορο του Θωμά Κοροβίνη. Το Πάσχα στο χωριό που εγκαταλείπουμε όταν μας καταλαμβάνει ο εαυτός μας, όπως το θυμάται ο Σωτήρης Δημητρίου. Μία πασχαλινή αλληλογραφία αγαπημένων από τον Χρήστο Μπουλώτη. Εκείνη, η αστεφάνωτη, στην εκκλησία, όπως την «ζωγράφισε» ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Ναυάγια που γιορτάζουν την Λαμπρή πάνω στο σκάφος, με την αγάπη να έχει διαφύγει, όπως αφηγείται ο Νίκος Γ. Ξυδάκης.
Τώρα και στο soundcloud.
Αναλυτικά:
Image at taxydromos.gr
"I am as a dolphin born into a concrete pool; who has never known anything better yet yearns for the open sea; Perhaps a seabird's feather once landed in my pool; and instinct knew the odour of the place where I should be"...
Σάββατο 1 Μαΐου 2021
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, "Ὑπὸ τὴν Βασιλικὴν Δρῦν" (ηχητικό)
Ένα από τα ωραιότερα διηγήματα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, όπου το ερωτικό ξύπνημα ενός εντεκάχρονου παιδιού μετουσιώνεται σε κάτι ευρύτερο, με αποκορύφωμα την καθαρά ερωτική περιγραφή ενός δέντρου (δρυς), που μεταμορφώνεται σε γυναίκα (νύμφη Αμαδρυάδα), και του ζητά να προστατέψει τη ζωή της, μεταφέροντας στο χωριό την προειδοποίηση ότι η καταστροφή της φύσης είναι προάγγελος δεινών για τους ανθρώπους. Το διήγημα δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο Περιοδικό Παναθήναια, το 1901.
Ηχητικό: «Υπό την βασιλικήν δρυν»: https://soundcloud.com/ntngreece/eujsyvkgyroy / Αφηγείται ο Θοδωρής Σκούρτας (Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, Εορτές Ραδιοφώνου, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης*).
Ὅταν παιδίον διηρχόμην ἐκεῖ πλησίον, ἐπὶ ὀναρίου ὀχούμενος, διὰ νὰ ὑπάγω νὰ ἀπολαύσω τὰς ἀγροτικάς μας πανηγύρεις, τῶν ἡμερῶν τοῦ Πάσχα, τοῦ Ἁγίου Γεωργίου καὶ τῆς Πρωτομαγιᾶς, ἐρρέμβαζον γλυκὰ μὴ χορταίνων νὰ θαυμάζω περικαλλὲς δένδρον, μεμονωμένον, πελώριον, μίαν βασιλικὴν δρῦν. Ὁποῖον μεγαλεῖον εἶχεν! Οἱ κλάδοι της χλωρόφαιοι, κατάμεστοι, κραταιοί· οἱ κλῶνές της, γαμψοὶ ὡς ἡ κατατομὴ τοῦ ἀετοῦ, οὖλοι ὡς ἡ χαίτη τοῦ λέοντος, προεῖχον ἀναδεδημένοι, εἰς βασιλικὰ στέμματα. Καὶ ἦτον ἐκείνη ἄνασσα τοῦ δρυμοῦ, δέσποινα ἀγρίας καλλονῆς, βασίλισσα τῆς δρόσου…
Ἀπὸ τὰ φύλλα της ἐστάλαζε κ᾽ ἔρρεεν ὁλόγυρά της «μάννα ζωῆς, δρόσος γλυκασμοῦ, μέλι τὸ ἐκ πέτρας». Ἔθαλπον οἱ ζωηφόροι ὀποί της ἔρωτα θείας ἀκμῆς, κ᾽ ἔπνεεν ἡ θεσπεσία φυλλάς της ἵμερον τρυφῆς ἀκηράτου. Καὶ ἡ κορυφή της βαθύκομος ἠγείρετο ὡς στέμμα παρθενικόν, διάδημα θεῖον.
ᾘσθανόμην ἄφατον συγκίνησιν νὰ θεωρῶ τὸ μεγαλοπρεπὲς ἐκεῖνο δένδρον. Ἐφάνταζεν εἰς τὸ ὄμμα, ἔμελπεν εἰς τὸ οὖς, ἐψιθύριζεν εἰς τὴν ψυχὴν φθόγγους ἀρρήτου γοητείας. Οἱ κλῶνες, οἱ ράμνοι, τὸ φύλλωμά της, εἰς τοῦ ἀνέμου τὴν σεῖσιν, ἐφαίνοντο ὡς νὰ ψάλλωσι μέλος ψαλμικόν, τὸ «Ὡς ἐμεγαλύνθη». Μ᾽ ἔθελγε, μ᾽ ἐκήλει, μ᾽ ἐκάλει ἐγγύς της. Ἐπόθουν νὰ πηδήσω ἀπὸ τοῦ ὑποζυγίου, νὰ τρέξω πλησίον της, νὰ τὴν ἀπολαύσω· νὰ περιπτυχθῶ τὸν κορμόν της, ὅστις θὰ ἦτον ἀγκάλιασμα διὰ πέντε παιδιὰ ὡς ἐμέ, καὶ νὰ τὸν φιλήσω. Νὰ προσπαθήσω ν᾽ ἀναρριχηθῶ εἰς τὸ πελώριον στέλεχος, τὸ ἁδρὸν καὶ ἀμαυρόν, ν᾽ ἀναβῶ εἰς τὸ σταύρωμα τῶν κλάδων της, ν᾽ ἀνέλθω εἰς τοὺς κλῶνας, νὰ ὑψωθῶ εἰς τοὺς ἀκρέμονας… Καὶ ἂν δὲν μ᾽ ἐδέχετο, καὶ ἂν μ᾽ ἀπέβαλλεν ἀπὸ τὸ σῶμά της καὶ μ᾽ ἔρριπτε κάτω, ἂς ἔπιπτον νὰ κυλισθῶ εἰς τὴν χλόην της, νὰ στεγασθῶ ὑπὸ τὴν σκιάν της, ὑπὸ τὰ ἀετώματα τῶν κλώνων της, τὰ ὅμοια μὲ στέμματα Δαυῒδ θεολήπτου.
Ἐπόθουν, ἀλλ᾽ ἡ συνοδία τῶν οἰκείων μου, μεθ᾽ ὧν ἐτέλουν τὰς ἐκδρομὰς ἐκείνας ἀνὰ τὰ ὄρη, δὲν θὰ ἤθελε νὰ μοὶ τὸ ἐπιτρέψῃ. Καὶ μίαν χρονιάν, ἦτο κατὰ τὰς ἑορτὰς τοῦ σωτηρίου ἔτους 186…, καθὼς εἴχομεν διέλθει πλησίον τοῦ δένδρου, ἐφθάσαμεν εἰς τὸ Μέγα Μανδρί· ― ἦτο δὲ τὸ Μέγα Μανδρὶ μικρὸς συνοικισμός, θερινὸν σκήνωμα τῶν βοσκῶν τοῦ τόπου. Ἐκατοίκουν ἐκεῖ ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ οἰκογένειαι ἀγροτῶν. Δύο ἐκ τῶν οἰκογενειῶν τούτων συνεδέοντο πρὸς τοὺς γονεῖς μου διὰ δεσμῶν βαπτίσματος, κολληγοσύνης, κτλ. καὶ ὅλοι ἦσαν φίλοι καὶ συμπατριῶταί μας.
Κατηρχόμεθα ἐκεῖ συνήθως τὰς ἡμέρας τοῦ Πάσχα, εἶτα πάλιν τοῦ Ἁγίου Γεωργίου ἢ τὴν Πρωτομαγιάν, ἄλλοτε δὲ τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου ἢ τῆς Ἀναλήψεως. Ἐπὶ τερπνοῦ λόφου ὑπῆρχε τὸ παρεκκλήσιον τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, ὅπου ἐλειτουργούμεθα.
Ἤγοντο ἐκεῖ χοροὶ καὶ πανηγύρεις· δρόσος καὶ ἀναψυχὴ καὶ χάρμα ἐβασίλευεν. Ἐθύοντο ἀρνία καὶ ἐρίφια, καὶ σπονδαὶ ἐγίνοντο πυροξάνθου ἀνθοσμίου. Ἐτελοῦντο ἀγῶνες ἁμίλλης, δισκοβολίαι καὶ ἅλματα. Ἔπληττε τὰς πραείας ἠχοὺς ὁ φθόγγος τοῦ αὐλοῦ καὶ τῆς λύρας, συνοδεύων τὸ ἔρρυθμον βῆμα τῶν παρθένων πρὸς κύκλιον χορόν. Καὶ ξανθαί, ἐρυθρόπεπλοι βοσκοποῦλαι ἐπήδων, ἐπέτων, ἐκελάδουν.
Καθὼς εἴχομεν φθάσει ἐκεῖ, τὴν χρονιὰν ἐκείνην, μὲ εἶχε κυριεύσει ζωηρότερον ἡ ἐντύπωσις ἡ μαγικὴ τῆς δρυός. Διηρχόμεθα ἑκάστοτε οὐχὶ μακρὰν τοῦ δένδρου, ἀπέχοντος ἡμισείας ὥρας ὁδὸν ἀπὸ τὸ Μέγα Μανδρί. Ὁ δρόμος μας ἦτον ἐπὶ τῆς κλιτύος, ὀλίγον ὑψηλότερον τῆς θέσεως ὅπου ἵστατο τὸ δένδρον, ἔτεμνε δὲ πλαγίως τὸ βουνόν… καὶ ἡ δρῦς ἡ μαγική, καθὼς ἐξηκολούθουν νὰ τὴν βλέπω ἐπὶ ἱκανὴν ὥραν, μὲ ἐγοήτευε καὶ μὲ ἐκάλει, ὡς νὰ ἦτο πλάσμα ἔμψυχον, κόρη παρθενικὴ τοῦ βουνοῦ.
Κατὰ τὰς ποικίλας κυμάνσεις τῆς ὁδοῦ, σύμφωνα μὲ τὰ κοιλώματα ἢ τὰς προεξοχὰς τοῦ ἐδάφους, καὶ κατὰ τὰς κινήσεις τοῦ ὀναρίου τὰς ἰδιοτρόπους καὶ πείσμονας ― καθὼς ἐξάνοιγα τὸ πρῶτον τὴν δρῦν, καθόσον ἐπλησίαζα ἢ ἀπεμακρυνόμην ἀπ᾽ αὐτῆς, τόσας θέας, ἀπόψεις καὶ φάσεις ἐλάμβανε τὸ δένδρον. Ἐκ πλαγίου καὶ μακρόθεν εἶχεν ὄψιν λιγυρᾶς χάριτος· ἐγγύθεν καὶ κατὰ μέτωπον, προέκυπτεν ὅλη μεστὴ καὶ ἀμφιλαφής, βαθύχλωρος, ἐπιβάλλουσα ὡς νύμφη.
Ὅλην τὴν νύκτα, κοιμώμενος καὶ ἀγρυπνῶν, ὠνειρευόμην τὴν δρῦν, τὴν θεσπεσίαν καὶ ὑψηλήν… Τὴν πρωίαν ἐκείνην τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, καθὼς εἶχεν εὐωδιάσει ὁ ναΐσκος ἀπὸ δάφνας καὶ λιβανωτίδας, καὶ εἶχε κρουσθῆ τρελὰ ἀπὸ παιδικὰς χεῖρας ὁ μικρὸς κώδων ὁ ὑπεράνω τοῦ γείσου τῆς στέγης τῆς πλακοσκεποῦς, χαιρετίζων τὸ «Ἀνάστα ὁ Θεός», τὸ ὁποῖον ἔψαλλεν ὁ παπὰς ραίνων τοὺς πιστοὺς μὲ πέταλα ρόδων καὶ ἴων… εἶτα, πρὶν ἀπολύσῃ ἡ λειτουργία, ἐγὼ ἔγινα ἄφαντος.
Διὰ πλαγίου, κρυφοῦ δρομίσκου τὸν ὁποῖον εἶχον ἀνακαλύψει τὴν προτεραίαν, ἤρχισα νὰ ἀνέρχωμαι τὴν ράχιν τοῦ βουνοῦ… διευθυνόμενος πρὸς τὸ μέρος ὅπου εὑρίσκετο ἡ βασιλικὴ δρῦς. Ἐπίστευον ὅτι ἐγνώριζα καλὰ τὸν δρόμον.
Ἦτον ὅλη ἡ ὁδὸς ἀνωφερής, κ᾽ ἐγὼ ἔτρεχον, ἔτρεχον διὰ νὰ φθάσω ταχέως, ν᾽ ἀσπασθῶ τὴν ἐρωμένην μου ―ἐπειδὴ ἡ δρῦς ὑπῆρξεν ἡ πρώτη παιδική μου ἐρωμένη― καὶ ταχέως πάλιν νὰ ἐπιστρέψω, φανταζόμενος ὅτι ἡ ἀπουσία μου τότε δὲν θὰ παρετηρεῖτο, καὶ δὲν θὰ εἶχον ν᾽ ἀκούσω ἐπιπλήξεις ἀπὸ τοὺς οἰκείους.
Πρὸ ἐμοῦ εἶχον ἀναχωρήσει ἀπὸ τὸ ποιμενικὸν σκήνωμα ὀλίγοι ἐκ τῆς τάξεως τῶν βοσκῶν, ἀπερχόμενοι εἰς τὴν πολίχνην, διὰ νὰ κομίσωσιν ἀρνία καὶ τυρίον εἰς τοὺς κολλήγας, ἀποφέρωσι δὲ ἄλλα ὀψώνια ἐκ τῆς πόλεως. Οὗτοι θὰ ἐπέστρεφον πρὸς ἑσπέραν, καὶ δὲν ἦτο πιθανὸν νὰ συναντήσω τινὰς καθ᾽ ὁδόν. Πλὴν παρ᾽ ἐλπίδα εἶδον μακρόθεν ἄλλους ἐρχομένους πρὸς τὰ ἐδῶ, ἐν συνοδίᾳ γυναικῶν καὶ παίδων καὶ ὑποζυγίων· οὗτοι ἤρχοντο ἐκ τῆς πόλεως διὰ νὰ συνεορτάσωσιν ἐν τῇ ἐξοχῇ πλησίον τῶν συγγενῶν των, τῶν βοσκῶν.
Πάραυτα ἐξετράπην τῆς ὁδοῦ, κ᾽ ἔσπευσα νὰ κρυβῶ ὄπισθεν πυκνῶν θάμνων. Οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι ἂν μὲ συνήντων, μεμονωμένον, μακρὰν τῶν γονέων μου, πορευόμενον ἄγνωστον ποῦ, θὰ ἐπαραξενεύοντο, καὶ ἂν δὲν μ᾽ ἔπειθον νὰ κατέλθω μετ᾽ αὐτῶν εὐθὺς ὀπίσω, ἐξ ἅπαντος θὰ μὲ κατήγγελλον εἰς τοὺς γονεῖς μου, τοὺς ὁποίους θὰ εὕρισκον κάτω εἰς τὸ Μέγα Μανδρί. Ἤμην ἕνδεκα ἐτῶν παιδίον.
Ἐκεῖνοι ταχέως ἀντιπαρῆλθον, κ᾽ ἐγὼ ἀνέλαβα τὸν δρόμον μου, ἀλλὰ μετ᾽ ὀλίγον τὸν ἔχασα. Εἰς ἓν σταυροδρόμιον ὅπου ἔφθασα, ἐπῆρα τὸν δρόμον ἀριστερά, τὸν ὑψηλότερον, καὶ ἀσθμαίνων ἔφθασα εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ βουνοῦ. Πλὴν ἡ μεγάλη δρῦς ὑπῆρξεν εὐεργέτις μου καὶ κηδεμών μου. Αὕτη μ᾽ ἐξήγαγεν ἐκ τῆς ἀπάτης, ἐφαίνετο δὲ ὡς νὰ μοὶ ἔνευε μακρόθεν, καὶ μὲ ὡδήγει νὰ ἔλθω πλησίον της.
Καθὼς τὴν εἶδα χαμηλότερα, δεξιόθεν, ἀρκετὰ μακράν, ἄφησα τὸν δρομίσκον εἰς τὸν ὁποῖον ἔτρεχα, καὶ στραφεὶς πρὸς δυσμὰς ἤρχισα νὰ κατέρχωμαι, μέσῳ τῶν ἀγρῶν, ὑπερπηδῶν αἱμασιάς, χάνδακας, φραγμοὺς θάμνων καὶ βάτων, σχίζων τὰς σάρκας μου, αἱμάσσων χεῖρας καὶ πόδας… Τέλος ἔφθασα πλησίον τῆς ποθητῆς νύμφης τῶν δασῶν.
Ἤμην κατάκοπος, κάθιδρος καὶ πνευστιῶν. Ἅμα ἔφθασα, ἐρρίφθην ἐπὶ τῆς χλόης, ἐκυλίσθην ἐπάνω εἰς παπαροῦνες καὶ χαμολούλουδα. Ἀλλ᾽ ὅμως ᾐσθανόμην κρυφὴν εὐτυχίαν, ὀνειρώδη ἀπόλαυσιν. Ἐρρέμβαζον ἀναβλέπων εἰς τοὺς κλῶνάς της τοὺς κραταιούς, καὶ ἠνοιγόκλειον ἡδυπαθῶς τὰ χείλη εἰς τὴν πνοὴν τῆς αὔρας της, εἰς τὸν θροῦν τῶν φύλλων της. Ἑκατοντάδες πουλιῶν ἀνεπαύοντο εἰς τοὺς κλῶνάς της, ἔμελπον τρελὰ τραγούδια… Δρόσος, ἄρωμα καὶ χαρμονὴ ἐθώπευον τὴν ψυχήν μου…
Ἤμην ἀποσταμένος, καὶ δὲν εἶχον κοιμηθῆ καλὰ τὴν νύκτα. Ὁ ὕπνος μοῦ ἔλειπεν. Εἰς τὴν σκιὰν τοῦ πελωρίου δένδρου, ἐν μέσῳ τῶν μηκώνων του τῶν κατακοκκίνων, ὁ Μορφεὺς ἦλθε καὶ μ᾽ ἐβαυκάλησε, καὶ μοὶ ἔδειξεν εἰκόνας, ὡς εἰς περίεργον παιδίον.
Μοῦ ἐφάνη ὅτι τὸ δένδρον ―ἔσωζον καθ᾽ ὕπνον τὴν ἔννοιαν τοῦ δένδρου― μικρὸν κατὰ μικρὸν μετέβαλλεν ὄψιν, εἶδος καὶ μορφήν. Εἰς μίαν στιγμὴν ἡ ρίζα του μοῦ ἐφάνη ὡς δύο ὡραῖαι εὔτορνοι κνῆμαι, κολλημέναι ἡ μία ἐπάνω εἰς τὴν ἄλλην, εἶτα κατ᾽ ὀλίγον ἐξεκόλλησαν κ᾽ ἐχωρίσθησαν εἰς δύο· ὁ κορμὸς μοῦ ἐφάνη ὅτι διεπλάσσετο καὶ ἐμορφοῦτο εἰς ὀσφύν, εἰς κοιλίαν καὶ στέρνον, μὲ δύο κόλπους γλαφυρούς, προέχοντας· οἱ δύο παμμέγιστοι κλάδοι μοῦ ἐφάνησαν ὡς δύο βραχίονες, χεῖρες ὀρεγόμεναι εἰς τὸ ἄπειρον, εἶτα κατερχόμεναι συγκαταβατικῶς πρὸς τὴν γῆν, ἐφ᾽ ἧς ἐγὼ ἐκείμην· καὶ τὸ βαθύφαιον, ἀειθαλὲς φύλλωμα μοῦ ἐφάνη ὡς κόμη πλουσία κόρης, ἀναδεδημένη πρὸς τ᾽ ἄνω, εἶτα λυομένη, κυματίζουσα, χαλαρουμένη πρὸς τὰ κάτω.
Τὸ πόρισμά μου, τὸ ἐν ὀνείρῳ ἐξαχθέν, καὶ εἰς λῆρον ἐν εἴδει συλλογισμοῦ διατυπωθέν, ὑπῆρξε τοῦτο: «Ἄ! δὲν εἶναι δένδρον, εἶναι κόρη· καὶ τὰ δένδρα, ὅσα βλέπομεν, εἶναι γυναῖκες!»
Ὅταν μετ᾽ ὀλίγον ἐξύπνησα, ὡς συνέχειαν τοῦ ὀνείρου ἔσχον ἐν νῷ τὴν ἀνάμνησιν τῆς ἱστορίας τοῦ τυφλοῦ, τὸν ὁποῖον ὁ Χριστὸς ἐθεράπευσε, καθὼς εἶχον ἀκούσει τὸν διδάσκαλόν μας εἰς τὴν Ἱερὰν Ἱστορίαν: «Καταρχὰς μὲν εἶδε τοὺς ἀνθρώπους ὡς δένδρα· δεύτερον δὲ τοὺς εἶδε καθαρά…»
Πλὴν δὲν ἐξύπνησα ἀκόμη, πρὶν ἀκούσω τί ἔλεγε τὸ φάσμα· ἡ κόρη ― ἡ δρῦς, εἶχε λάβει φωνὴν καὶ μοὶ ἔλεγεν:
― Εἰπὲ νὰ μοῦ φεισθοῦν, νὰ μὴ μὲ κόψουν… διὰ νὰ μὴ κάμω ἀκουσίως κακόν. Δὲν εἶμ᾽ ἐγὼ νύμφη ἀθάνατος· θὰ ζήσω ὅσον αὐτὸ τὸ δένδρον…
Ἐξύπνησα ἔντρομος, κ᾽ ἔφυγον… Ἦτο ἤδη μεσημβρία, καὶ ὁ ἥλιος ἐμεσουράνει… Ἔκαιεν ὑψηλά, ὑπεράνω τῆς κορυφῆς τῆς δρυός, ἥτις ἦτο σκιὰ ἀδιαπέραστος… Ἀπὸ τὸν ἀντικρινὸν λόφον ἤκουσα φωνὴν νὰ μὲ καλῇ ἐξ ὀνόματος.
Ἦτον εἷς μικρὸς βοσκός, μὲ τὴν κάππαν του, μὲ τὴν στραβολέκαν του, καὶ μὲ δέκα αἶγας, τὰς ὁποίας ὡδήγει. Μοῦ ἐφώναξεν ὅτι ὁ πατήρ μου μὲ ἀνεζήτει ἀνήσυχος, καί, νὰ τρέξω, νὰ φθάσω ταχέως ἐκεῖ κάτω…
Δὲν ἐνόησα τίποτε ἀπὸ τὸ μαντικὸν ὄνειρον. Ἀργότερα ἐδιδάχθην ἀπὸ ἐγχειρίδιον Μυθολογίας ὅτι ἡ Ἁμαδρυὰς συναποθνήσκει μὲ τὴν δρῦν, ἐν ᾗ εὑρίσκεται ἐνσαρκωμένη…
Μετὰ πολλὰ ἔτη, ὅταν ξενιτευμένος ἀπὸ μακροῦ ἐπέστρεψα εἰς τὸ χωρίον μου, κ᾽ ἐπεσκέφθην τὰ τοπία ἐκεῖνα, τὰ προσκυνητήρια τῶν παιδικῶν ἀναμνήσεων, δὲν εὗρον πλέον οὐδὲ τὸν τόπον ἔνθα ἦτό ποτε ἡ Δρῦς ἡ Βασιλική, τὸ πάγκαλον καὶ μεγαλοπρεπὲς δένδρον, ἡ νύμφη ἡ ἀνάσσουσα τῶν δρυμώνων.
Μία γραῖα μὲ τὴν ρόκαν της, μὲ δύο προβατίνας τὰς ὁποίας ἔβοσκεν ἐντὸς ἀγροῦ πλησίον, εὑρίσκετο ἐκεῖ, καθημένη ἔξωθεν τῆς μικρᾶς καλύβης της.
Ὅταν τὴν ἠρώτησα τί εἶχε γίνει τὸ «Μεγάλο Δέντρο», τὸ ὁποῖον ἦτον ἕνα καιρὸν ἐκεῖ, μοὶ ἀπήντησεν:
―Ὁ σχωρεμένος ὁ Βαργένης τὸ ἔκοψε… μὰ κ᾽ ἐκεῖνος δὲν εἶχε κάμει νισάφι μὲ τὸ τσεκούρι του· ὅλο θεόρατα δέντρα, τόσα σημαδιακὰ πράματα… Σὰν τό ᾽κοψε κ᾽ ὕστερα, δὲν εἶδε χαΐρι καὶ προκοπή. Ἀρρώστησε, καὶ σὲ λίγες μέρες πέθανε… Τὸ Μεγάλο Δέντρο ἦτον στοιχειωμένο.
Αντιγραφή κειμένου από papadiamantis.net
*Παραπομπή: περισσότερα από ΚΘΒΕ, Αφιέρωμα στον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη (Αποσπάσματα από έργα Ποιμενικόν, Η Μετανάστις, Χωρίς στεφάνι), εδώ.
Image at google
Κοινοποιήθηκε [Κ.Π]
"I am as a dolphin born into a concrete pool; who has never known anything better yet yearns for the open sea; Perhaps a seabird's feather once landed in my pool; and instinct knew the odour of the place where I should be"...
Πέμπτη 29 Απριλίου 2021
Πάσχα στο φούρνο (μια συνταγή που δεν τρώγεται)
Ι. Oι μεγάλες λύπες
Eκείνο το πρωί που ο πατέρας κι η μητέρα γύρισαν από το ταξίδι, ήμαστε έξω στο δρόμο και παίζαμε με τ’ άλλα τα παιδιά.
- O Γιαννάκης τα φυλάει!- Kαλά, κι εγώ δεν παίζω, Θοδωράκη!
- Mιχαλάκη, θα σε βαρέσω.
- Kι εγώ θα σε βαρέσω.
Έρχεται τότε έν' αμάξι μακρουλό και σταματάει απ’ έξω από το σπίτι μας. Kι εγώ, κι ο αδερφός μου ο πιο μικρός, και τ' άλλα τα παιδιά παρατούμε το παιγνίδι και πάμε στ’ αμάξι. Eίχε απάνω στρώματα ριγωτά, σιδερικά του κρεβατιού με χρυσά πόμολα, του κομού το μάρμαρο, κι αψηλά αψηλά έν' αρνάκι· έν' αρνάκι ζωντανό. H θεια μου μας φώναξε μέσ’ από το παράθυρο:
- Nά, σας φέρνουνε κι έν' αρνάκι!
Όλα τ' αρνάκια του κόσμου είν' όμορφα - και ποιο δεν είναι; Kαι το δικό μας ήταν όμορφο, κι ας ήταν μοναχά άσπρο - και τίποτ' άλλο. Πολλά έχουνε πινελιές, πότε στο πόδι, πότε στην ουρά, πότε στη μούρη. Tούτο δεν είχε τίποτα… Όμως, μόλις το κατεβάσανε κάτω, έδειξε τόσο καλό! Eμένα, με πήρε ευθύς ξωπίσω. Tρέχω εγώ, τρέχει κι εκείνο. Aνεβαίνω εγώ, ανεβαίνει και κείνο. Eίχε κάτι ποδαράκια, το πετσί και το κόκαλο! Kαι, καθώς πηδούσε, νομίζεις πως θα σπάσουν στη μέση τα γόνατά του. Σαν τρελό.
T' αγκαλιάζω απ' το λαιμό, βάνω το κούτελό μου πάνω στο δικό του και του λέω:
- Bρε κουτό, πού με ξέρεις;
Έκανε σα να με ξέρει!
Ύστερ’ από λίγο, ήρθανε κι ο πατέρας με τη μητέρα. O πατέρας εγκρίνιαζε, είπε πως είμαστε αδύνατοι, πως το σπίτι είναι υγρό και πρέπει να βρούμε άλλο.
Aλήθεια, ξέχασα: θέλουμε να περάσουμε στ’ αρνάκι ένα κομμάτι σχοινί απ’ το λαιμό, για να μη μας φύγει.
- Ωσότου να του βάλουμε την κόκκινη κορδέλα! είπε η μητέρα.
Σκέφτηκα κι εγώ πως, αν είχε μια κόκκινη κορδέλα, θα ’τανε, αλήθεια, τρέλα απ’ την ομορφιά.
- Eγώ θα του την περάσω.
- Aν τα καταφέρνεις! είπε κείνη και γέλασε.
Mα το αρνάκι ήτανε πάντα τόσο κοντά με μας, που το σχοινί του σερνόταν χάμω ή μπερδευόταν στα πόδια του.
Ήταν στα μισά της Σαρακοστής, στα τέλη του Μάρτη, και, κατά τα μεσημέρια, ο καιρός έδειχνε ανοιξιάτικος. Ανοίγαμε την πόρτα κατά το περιβολάκι, το πουλάκι πάνω στο κλουβί κελαδούσε, στο δρόμο γινόταν ησυχία άκρα, και τη γιαγιά την έπιανε νύστα. Έγερνε το καλογερίστικο το κεφάλι της πάνω στο ξυλένιο το πόμολο του καναπέ… Αχ, πού να κλείσει μάτι, αν δεν ησύχαζε κείνο! Σηκωνόταν απάνω, το ’πιανε, το πήγαινε στη γωνιά κι ήθελε εκεί με το στανιό να το ξαπλώσει.
- Κοιμήσ’! Κοιμήσ’!
Μα εκείνο δεν ήταν άξιο μήτε για μια στιγμή να την ξεγελάσει. Μονομιάς, να σηκωθεί! Του ζουλούσε κείνη το λαιμό, κείνο πατούσε τα μπροστινά του πόδια στερεά χάμω, για νά ’βρει πάτημα να ξανασηκωθεί· μα το νύχι του γλιστρούσε στο πάτωμα, και πάλι ξαπλωνόταν χάμω· και πάλι έβανε τη φόρα του· έκανε σαν άγριο άλογο που γλίστρησε στον πάγο κι έπεσε, και πάσχει.
- Μυαλό που το ’χεις, καημένη μητέρα! έλεγε η θεια μου, με τα γέλια· να βάλεις τ’ αρνί να κοιμηθεί…
Τότε, το ’παιρνα εγώ και τρέχαμε στο δρόμο, ως τη γωνία. Για κείνο είχα ξεχάσει και το γατάκι και τη μαϊμού της γειτόνισσας, που ερχόταν στα κρεβάτια μας κι έκανε τούμπες γύρω απ’ τις σιδερένιες ρίγες.
Εκείνο τον καιρό το γρασίδι δεν ήταν και πολύ μακριά απ’ το σπίτι. Πράσινο χορταράκι ξεφύτρωνε κάμποσο παραπέρα, ώς είκοσι λεπτά δρόμο· πράσινο χορταράκι σε λακκούβες, σε ισιώματα, άκρη σε πεσμένους τοίχους· κάπου κάπου, και κόκκινες παπαρουνίτσες, με την ογρή τη μυρωδιά, που μυρίζει μουσκεμένη γης. Τότε, έμαθα πως το χόρτο το λένε «γρασίδι» και πως το αγαπάνε τα πρόβατα, όπως εμείς, τα παιδιά, αγαπάμε τις πατάτες. Λοιπόν, πιο πολύ από όλα, μ’ άρεσε να πηγαίνω τότες κοντά στ’ αρνάκι, να σκύβω μπροστά στη μούρη του, και να τ’ ακούω να τρώει. Εκείνο καθόλου δεν με πρόσεχε, μόνο κάπου κάπου γυρνούσε τη μούρη του και κατά μένα κι έκανε «χου»· ύστερα ξανάπιανε το γρασίδι. Κι εγώ, τ' άκουγα να το ξεριζώνει απ’ το χώμα, και την ίδια ώρα, να το κόβει με τα δόντια, να το μασουλίζει… χραπ, χραπ, χραπ, χραπ… έκοβε, έκοβε, σα να πεινούσε χρόνια και χρόνια, ή σα να φοβόταν πως το γρασίδι ήθελε σωθεί. Χραπ, χραπ, χραπ, χραπ… Ούτε πουλάκι τόσο γλυκά δεν κελάδησε, όσο τρώει έν’ αρνάκι το γρασίδι. Κι έπειτα ν’ ακούς από τόσο σιμά ένα πρόβατο να τρώει είναι σα να μπαίνεις στο πιο βαθύ το μυστικό που έχει.
Ήθελα να το φιλήσω, μα το μαλλί του συχνά ήτανε πηχτό, κολλημένο απ’ τις λάσπες, είχε και φούχτες σκόνη επάνω του, και μύριζε. Δεν μπορούσα να το φιλήσω, όμως μου άρεσε να το μυρίζω. Της κότας τα πούπουλα και του προβάτου το μαλλί είναι δυο μυρωδιές που σου μαθαίνουνε πολλά, πιο πολλά κι από ένα παραμύθι. Και μια μέρα, όλ’ αυτά τα καταλαβαίνεις, μα τα παραμύθια τα λησμονάς και πάνε.
Πολλά πολλά μου 'μαθε τ’ αρνάκι, με τα πηδήματά του, με τα τρεχάματά του, με τα δόντια του, με την αγκαλιά του, που έφτανε ώς το λαιμό του. Πολλά πράματα ωραία, που δεν τα 'μαθα στο σχολειό και που δεν ξέρω να τα πω. Έβλεπα αρνάκια και πρώτα απάνω, τις τετράψηλες καμάρες - τα πλατάνια - χάμω τα θολά νερά των αυλακιών, και στο πλευρό, τα μεγάλα τα μαντριά με τα πολλά τα πρόβατα. Και στο σπίτι μας μέσα στη σάλα, ήταν αρνάκια - ζωγραφιστά. Ήταν ένα κάδρο στον τοίχο… Στο βάθος, φεγγαράκι κοκκινωπό. Εδώ κι εκεί, σκοτεινά ρείκια και θυμάρια. Έν’ αμαξάκι εξοχικό, πήγαινε. Στη μέση, ένα κοπάδι πρόβατα, το ένα πάνω στ’ άλλο· και ξοπίσω η βοσκοπούλα, κι είχε - για φαντάσου! - είχε έν’ αρνάκι περασμένο στο λαιμό της: με τα χέρια της, κρατούσε τα ποδαράκια του, δυο δυο. Η μαμά μού ’λεγε πως το κάδρο είχε γίνει απάνω στο τραγούδι: «Μια βοσκοπούλα - τ’ αρνί της χάνει - στην ερημιά». Μα στο κάδρο, η βοσκοπούλα το είχε ξαναβρεί τ’ αρνάκι της, και το 'χε βάνει έτσι, να την αγκαλιάσει. Ωστόσο, όλα εκείνα τ’ αρνάκια ήτανε ξένα· τούτο ήτανε δικό μου. Τ' άλλα ήτανε σαν ψεύτικα· αυτό ήτανε ζωντανό. Άλλο είναι να ’χεις ένα πράμα δικό σου, και να σ’ αγαπάει.
Κάθε Μεγάλη Παρασκευή, ο ουρανός συννεφιάζει κι αλαφροψιχαλίζει. Η μητέρα λέει: «Κι ο ουρανός πενθεί». Έπειτα, αρχίζουν οι λυπητερές καμπάνες. Ο δρόμος, γεμάτος παιδιά. Σμίγουν, χωρίζουν, βαράνε στράκες, ανάβουν από κείνες τις «τρελές», σου ’ρχονται ανάμεσα στα πόδια. Κάπου κάπου, από μακριά, ακούς και τα βαρελότα.
Τ’ απόγεμα, σε πηγαίνουν στην εκκλησία ν’ ασπαστείς. Μα πού βρίσκονται σήμερα τόσα παιδιά; Άλλα παιδιά και δω! Τα πιο πολλά κορίτσια. Κι όλες τους κάτι κάνουν, κάτι σιάχνουν, κάτι φέρνουν, κάτι καταπιάνουνται. Η εκκλησία, περιβόλι. Κι η καρδιά του περιβολιού, η Άγια Τράπεζα, στημένη στη μέση· έν’ άσπρο μεταξωτό πανί, κι απάνω χρυσοκέντητος ο Ιησούς Χριστός, πεθαμένος ο Ιησούς Χριστός… κρύο το χρυσάφι του, κρύα τα τριαντάφυλλα που είναι σκόρπια πάνω του και τα πιότερα χάμω… Σου ’ρχεται να κλάψεις, και πάλι ντρέπεσαι· καλά καλά δεν καταλαβαίνεις τι σου γίνεται· λες: «καλύτερα να φύγουμε», κι όμως πιο πολύ θέλεις να μείνεις. Κι εσύ δεν ξέρεις… Μα εκείνο που δεν το θέλεις καθόλου, είναι να περάσεις από κάτω απ’ την ΆγιαΤράπεζα, μια, δυο, τρεις φορές – να μπεις απ’ τη μια μεριά και να βγεις απ’ την άλλη· και τ’ άλλα τα παιδιά, αγόρια και κορίτσια, να σε κοιτάνε… Κι όμως πρέπει, αλλιώς δε γίνεται.
Όταν φύγαμε για ν' ασπαστούμε τον Επιτάφιο, ήθελε νά ’ρθει και τ’ αρνάκι. Σκοτώθηκε να μας πάρει ξοπίσω! Κι άμα το αποτράβηξαν, τίναξε το σχοινί του και ξέφυγε και μας έφτασε. Τότε, γυρίσαμε πίσω, για να το ξεγελάσουμε και να μείνει. Κι εγώ, πρώτη φορά τότε του θύμωσα και, στο θυμό μου, του ’δωσα μια πάνω στο κεφάλι. Στο τέλος, το ’δεσα σφιχτά απ’ το δέντρο, να φωνάζει εκεί του κάκου.
Στο γυρισμό, τ’ αρνάκι έλειπε! Η αυλίτσα ήταν μούσκεμα στα νερά, κι εκείνο έλειπε.
- Τ’ αρνάκι μάς έφυγε! είπε η μητέρα. Έφυγε τ’ αρνάκι; Και ποιος τ’ άφηκε να φύγει; Πού είχατε το νου σας;
Πρώτη μου φορά θύμωσα που με πήραν τα κλάματα.
- Εγώ θα πάω να το βρω! είπα. Γιατί στοχάστηκα πως κι εγώ έφταιγα. Έν’ από τα δυο: ή το ’κανε επειδή το χτύπησα και δεν τ’ αγαπούσα, ή - το κακόμοιρο - έτρεξε να μας βρει και χάθηκε.
«Μια βοσκοπούλα - τ’ αρνί της χάνει - στην ερημιά…»
- Τέτοια ώρα, πού θα πας; φώναξε η μητέρα. Τώρα νύχτωσε, θα περάσει κι ο Επιτάφιος.
- Εγώ θα πάω! φώναξα με τα κλάματα. Κι έτρεξα κατά την πόρτα. Μα το ’λεγα επίτηδες. Πού να πάω; Εγώ περίμενα να κάνω τους άλλους να κουνηθούν… Στάθηκα κι αφουγκραζόμουν, μήπως ακούσω απ’ τα στενά τη φωνή του. Τίποτα! Μοναχά οι στράκες, τα βαρελότα… Γύρισα κατά μέσα. Στο μαγερειό, ήτανε κιόλας φως. Είχαν ανάψει τη λάμπα, και σ’ ένα τραπέζι απάνω βρίσκονταν ένα σωρό κόκκινα κόκαλα, κόκκινα κρέατα και πέτσες άσπρες. Η θεια μου είχε ένα ξυλαράκι, ψιλό σα μολύβι, και γρήγορα, το περνούσε μέσα από τ’ αντεράκια που δεν είχαν τελειωμό. Στάθηκα και κοιτούσα κι απολησμονήθηκα. Όμως μονομιάς ξανάρθα στο σκοπό μου.
- Πάμε να βρούμε τ’ αρνάκι! Πάμε να το βρούμε! Έλα σήκω!
Και την τραβούσα.
Μπα! Μήτε σάλευε, μήτε με παρηγορούσε κανείς.
Στο τέλος, είπε η μητέρα:
- Αύριο, άμα ξημερώσει, θα στείλω εγώ άνθρωπο να το βρει, να μας το φέρει.
Μα όχι, ώς το πρωί θα μας το ’χουν πάρει σ’ άλλο σπίτι· μπορούσαν να το βρούνε οι λύκοι να το φάνε!
- Τώρα θέλω, τώρα! Θύμωσα, χτύπησα τα πόδια μου, κουνούσα το τραπέζι, έσχισα το τετράδιό μου που έγραφα τις αριθμητικές… Τότε η μητέρα μου μ’ έπιασε απ’ το χέρι και μου ’δωσε μια μπάτσα στο μάγουλο.
- Δεν ήθελα να σε χτυπήσω τέτοια μέρα, μα εσύ είσαι θηρίο.
Κι εγώ τα παράτησα πια όλα! Έτρεξα μέσα, στον καναπέ της γιαγιάς, ανέβηκα πάνω, έγινα όλος μια φούχτα, κι εκεί, στα σκοτεινά, ζούλησα το κούτελό μου πάνω στα «μακάτια» που μύριζαν αλαφρό λιβάνι, κι έκλαιγα. Μ’ έτσουζε το μάγουλό μου, μα δεν έκλαιγα γι’ αυτό. Καλά να πάθεις! έλεγα στον ίδιο τον εαυτό μου. Εσύ πονάς· εκείνο τάχα δεν πονούσε, που το χτύπησες στο κεφάλι; Κι άλλες, κι άλλες μπάτσες να φας στα μάγουλα! Ακούς, να χαθεί τ’ αρνάκι και κανέναν να μην τον μέλει! Ώς αύριο! Τόσες ώρες, ώς αύριο το πρωί! Και να το ’χω και χτυπήσει στο κεφάλι!…
Μήτε αύριο, μήτε ποτέ. Δεν εξαναβρέθηκε. Μου 'μεινε πάλι η γάτα κι η μαϊμού της γειτόνισσας. Πέταξα τη γαβάθα του, που του ζύμωνα κάποτε το φαΐ του, και την έσπασα. Είχα βρει και μια κόκκινη κορδέλα να του περάσω στο λαιμό, άμα θα γινόταν Ανάσταση. Και μ’ αυτήν ετριπλόδεσα της γάτας το λαιμό, που παραλίγο να την πνίξω. Όχι! Ένα παιδί, άμα αγαπάει έν' αρνάκι, στιγμή να μην τ’ αφήνει από κοντά του! Αν είναι σκύλος, ή γάτα, ή πουλί, δεν πειράζει. Αυτά το θέλουνε το σπίτι, και το κατοικούνε. Μα το αρνάκι αγαπάει την εξοχή και φεύγει, και χάνεται.
Tέλλος Άγρας, από το βιβλίο: Aνθολόγιο για τα παιδιά του Δημοτικού, μέρος δεύτερο, Oργανισμός Eκδόσεως Διδακτικών Bιβλίων, 1975
ΙΙ. Πάσχα στο φούρνο
Βέλαζε το κατσίκι επίμονα βραχνά.
Άνοιξα το φούρνο με θυμό τι φωνάζεις είπα
σε ακούνε οι καλεσμένοι.
Ο φούρνος δεν καίει, βέλαξε
κάνε κάτι αλλιώς θα μείνει νηστική
χρονιάρα μέρα η ωμότητά σας.
Έβαλα μέσα το χέρι μου. Πράγματι.
Παγωμένο το μέτωπο τα πόδια ο σβέρκος
το χορτάρι η βοσκή τα κατσάβραχα
η σφαγή.
Κική Δημουλά, Ποιήματα, Εκδόσεις Ίκαρος
"I am as a dolphin born into a concrete pool; who has never known anything better yet yearns for the open sea; Perhaps a seabird's feather once landed in my pool; and instinct knew the odour of the place where I should be"...





